LUCHINO VISCONTI – LE NOTTI BIANCHE (ΛΕΥΚΕΣ ΝΥΧΤΕΣ)

Nottibianche Mastroianni Schell bgct

Luchino Visconti – Le notti bianche

Πρωτότυπος τίτλος: Λευκές νύχτες (Le notti bianche)

Πρωτότυπη γλώσσα: Ιταλική

Χώρα παραγωγής: Ιταλία, Γαλλία 1957

Διάρκεια: 107 λεπτά

Τεχνικά στοιχεία: Α/Μ, αναλογία: 1,66: 1

Είδος: Δράμα

Διευθυντής: Luchino Visconti

Σενάριο: Dostoevskij, Suso Cecchi D’Amico, Luchino Visconti

Ο σκηνογράφος: Suso Cecchi D’Amico, ο Luchino Visconti

Παραγωγός: Franco Cristaldi

Παραγωγή: Rank Film, Cinematografica Associati (CI.AS.), Vides Cinematografica

Διανομή: (Ιταλία) Rank Film (κινηματογράφος), Dolmen HV (βίντεο)

Φωτογραφία: Giuseppe Rotunno

Μονταζ: Mario Serandrei

Μουσική; Nino Rota

Σκηνογραφία: Mario Chiari, Mario Garbuglia

Κοστούμια; Piero Tosi

Ηθοποιοί και χαρακτήρες

Μαρία Σκάλ: Ναταλία

Μαρτσέλο Μαστρογιάννη: Μάριο

Jean Marais: ο ξένος

Corrado Pani: νέοι σε κίνηση

Marcella Rovena: η οικοδέσποινα της σύνταξης

Μαρία Ζανόλη: η κοπέλα

Έλενα Φανκέρα: το ταμείο

Pietro Ceccarelli: άνθρωπος της διαμάχης

Angelo Galassi: άνθρωπος της διαμάχης

Renato Terra: άνθρωπος της διαμάχης

Dick Sanders: ο χορευτής

Clara Calamai: η πόρνη

Ιταλικά: Ντουμπλάρισμα φωνής

Giorgio Albertazzi: ο ξένος

Βραβεία: Φεστιβάλ Βενετίας 1957: Ασημένιο λιοντάρι, 3 ασημένιες κορδέλες 1958: Καλύτερος ηθοποιός (Marcello Mastroianni), καλύτερη σκηνή, καλύτερη μουσική

Le notti bianche (film) smct

Οι Λευκές Νύχτες είναι μια ταινία του 1957 που σκηνοθέτησε ο Luchino Visconti, από την ομώνυμη ιστορία του Fοdor Dostoevskij.

Πλοκή

Ο Μάριο, ένας νεαρός άνδρας που εργάζεται με συνηθισμένη ζωή, περιπλανιέται τη νύχτα στους δρόμους του Λιβόρνο μετά από ένα ταξίδι με την οικογένεια της οικογένειάς του. Περπατώντας για να αναζητήσει κάτι από το συνηθισμένο, συναντά μια ξανθιά, περίεργη κοπέλα που είναι περίεργη αυτή τη στιγμή: κάνει τα πάντα για να την γνωρίσει, ενώ η κοπέλα, που ονομάζεται Ναταλία, αρχικά φαίνεται πολύ επιθετική και δύσπιστη. Τέλος πάντων, οι δύο καταλήγουν να συναντιούνται την επόμενη νύχτα, και πολλές άλλες στη συνέχεια. Ο Μάριο, ο οποίος αρχίζει να αισθάνεται πολύ ερωτευμένος με την κοπέλα, απομακρύνεται απότομα από την ιστορία της Ναταλίας: αυτή στην πραγματικότητα περιμένει την επιστροφή εκείνου με τον οποίο είναι ερωτευμένου, ο οποίος είχε υποσχεθεί να επιστρέψει σε αυτήν μέσα σε ένα χρόνο αφού την είχε εγκαταλείψει. Ο Μάριο, που εξαρτάται από τα συναισθήματά του για το κορίτσι, δεν πιστεύει στην επιστροφή του ανθρώπου. ωστόσο, δεν θέλει να εκτρέψει τη Ναταλία από τα όνειρα και τις προσδοκίες της και συμφωνεί να παραδώσει μια επιστολή με αίτημα τη συνάντησή της στον άνδρα που επέστρεψε στην πόλη. Ωστόσο, ο Mario δεν παραδίδει την επιστολή, και αυτό τον γεμίζει με οργή και θλίψη και το ρίχνει μακριά, αλλά αυτή η χειρονομία τον κάνει να αισθάνεται πολύ ένοχος και την επόμενη νύχτα προσπαθεί να αποφύγει τη Ναταλία, που θέλει να περάσει την ώρα της μαζί του περιμένοντας ανυπόμονα να πάει στο ραντεβού με τον άνθρωπο που αγαπά. Ο Μάριο παραδίδεται στον ενθουσιασμό του κοριτσιού και μαζί χορεύουν, διασκεδάζουν, και ο Mario βρίσκει ότι γελοιοποιείται από τις παράλογες ελπίδες της. Ωστόσο, η Ναταλία βιάζεται στον τόπο του ραντεβού μόλις αισθανθεί το δέκατο, αλλά δεν τον βρίσκει, και την πιάνει μια υστερική κρίση. Ο Μάριο δηλώνει την αγάπη του, αλλά απορρίπτεται, οπότε ο ίδιος πηγαίνει μακριά και περιπλανώμενος στα σοκάκια και τις γέφυρες εμπλέκεται σε ένα καυγά. Ενώ αναζωογονείται σε μια βρύση συναντά τη Ναταλία, στην οποία ομολογεί την πράξη του ζητώντας της συγχώρεση. Η Ναταλία φαίνεται ότι αποφάσισε να ξεχάσει τον άνθρωπο των ονείρων της και προσφέρει στον Mario την ελπίδα να τον αγαπήσει με την πάροδο του χρόνου. Βρίσκεται στον έβδομο ουρανό και την οδηγεί στο Λιβόρνο, μιλώντας για αγάπη και ευτυχισμένες μέρες. Αλλά κατά τη διάρκεια του περιπάτου τους κάτω από μια ασυνήθιστη χιονόπτωση, η Ναταλία βλέπει τελικά τον άνθρωπο που τόσο πολύ περίμενε. Από μια ακατανίκητη χαρά, βιάζεται να τον συναντήσει, και μετά από ένα βιαστικό και απελπισμένο χαιρετισμό στον Mario, αγκαλιάζει τη μεγάλη της αγάπη. Ο Μάριο, μένοντας μόνος και πάλι, περιπλανιέται ξανά στους δρόμους του Λιβόρνο.

Le Notti Bianche-3 smct

Παραγωγή

Σκηνογραφημένο από τους Luchino Visconti και Suso Cecchi D’Amico, πυροβολήθηκε εντελώς στο εσωτερικό του Teatro 5 di Cinecittà (Ρώμη). Αντί για την Αγία Πετρούπολη, την πόλη όπου αρχικά διαδραματίζεται η ιστορία, η ταινία τοποθετείται στο Λιβόρνο. Όλοι οι δρόμοι και οι πλατείες (Via Grande, Via della Madonna, μέρος της περιοχής της Βενετίας), οι υδάτινες οδοί, τα μνημεία και τα δημόσια κτίρια, η στάση του λεωφορείου, ξαναχτίστηκαν στο θέατρο, μαζί με αρχιτεκτονικά στοιχεία φαντασίας.

Λουκίνο Βισκόντι

Ο Λουκίνο Βισκόντι του Μοντρόνε (Luchino Visconti di Modrone, Μιλάνο, 2 Νοεμβρίου 1906 – Ρώμη, 17 Μαρτίου 1976), κόμης του Λονάτε Ποτσόλο, ήταν Ιταλός σκηνοθέτης του κινηματογράφου, του θεάτρου και της όπερας. Υπήρξε θεμελιωτής και βασικός εκφραστής του ρεύματος του ιταλικού νεορεαλισμού. Η θεματολογία του έργου είναι επηρεασμένη σημαντικά από προσωπικά βιώματα και επιμέρους πτυχές της προσωπικότητάς του, όπως η αριστοκρατική του καταγωγή, η μαρξιστική ιδεολογία του και οι ομοφυλοφιλικές του προτιμήσεις.

Ο Γατόπαρδος (1963), που βραβεύτηκε με τον Χρυσό Φοίνικα του Φεστιβάλ των Καννών, και ο Θάνατος στη Βενετία (1970) είναι ορισμένες από τις ταινίες που σκηνοθέτησε και τον κατέστησαν ευρέως γνωστό. Στα έργα του πρωταγωνίστησαν αρκετοί γνωστοί ηθοποιοί όπως η Άννα Μανιάνι, ο Μαρτσέλλο Μαστρογιάννι, ο Αλέν Ντελόν, η Κατίνα Παξινού, ο Μπάρτ Λάνκαστερ, η Κλαούντια Καρντινάλε και ο Χέλμουτ Μπέργκερ.

Βιογραφία

Νεανικά χρόνια

Ο Βισκόντι ήταν ένα από τα εφτά παιδιά μιας από τις πιο πλούσιες οικογένειες της πόλης του Μιλάνου. Ο πατέρας του, Τζουζέπε Βισκόντι, καταγόταν από την αριστοκρατική οικογένεια των Βισκόντι του Μοντρόνε. Η μητέρα του, Κάρλα Έρμπα, ήταν αστή κόρη αυτοδημιούργητων βιομηχάνων. Ο νεαρός Βισκόντι μεγαλώνει σε καλλιτεχνικό περιβάλλον και από μικρό παιδί παρακολουθεί παραστάσεις λυρικού θεάτρου στην περίφημη Σκάλα του Μιλάνου, ενώ στην οικογενειακή οικία παίζει μαζί με τα αδέλφια του σαιξπηρικά έργα. Ξεχωριστό θαυμασμό εκδηλώνει για το συνθέτη Τζιάκομο Πουτσίνι, το μαέστρο Αρτούρο Τοσκανίνι και το συγγραφέα Γκαμπριέλε ντ’ Ανούντσιο, με τους οποίους έχει την τύχη να συναναστραφεί, γεγονός που συμβάλλει στην απόφασή του να σπουδάσει μουσική και φιλοσοφία. Το 1926 υπηρετεί στο Ιταλικό Ιππικό και από το 1928 ασχολείται με την οργάνωση ιπποδρομιών.

Τα χρόνια στο Παρίσι

Το 1933 o Βισκόντι ταξιδεύει στη Γερμανία και ζει από κοντά την άνοδο του ναζισμού. Στη συνέχεια, εγκαθίσταται στο Παρίσι όπου γνωρίζει και συναναστρέφεται με τον Ζαν Κοκτώ και την Κοκό Σανέλ. Παράλληλα, εργάζεται ως βοηθός του σκηνοθέτη Ζαν Ρενουάρ στις ταινίες Toni (1935) και Γεύμα στην Εξοχή (Une Partie de Campagne) (1936). Στο Παρίσι η συναναστροφή του με μαρξιστικούς κύκλους και ο ενθουσιασμός του Λαϊκού Μετώπου τον ωθούν, σε πρώτη φάση, να ασπαστεί τον Μαρξισμό και, ακολούθως, να γίνει μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος Ιταλίας. Το 1937 ταξιδεύει στην Ελλάδα και στις ΗΠΑ όπου επισκέπτεται το Χόλυγουντ.

Rocco 7 smct

Έργο

Κινηματογράφος

Νεορεαλισμός

Το 1939, μετά το θάνατο της μητέρας του, ο Βισκόντι μετακομίζει από το Μιλάνο στη Ρώμη. Εκεί γνωρίζει ορισμένους νεαρούς διανοούμενους, μανιώδεις με τον κινηματογράφο και μαρξιστές. Πρόκειται για τον Μάριο Αλικάτα, τον Τζουζέπε Ντε Σάντις, τον Τζιάνι Πουτσίνι και τον Μικελάντζελο Αντονιόνι, μαζί με τους οποίους γράφει στο περιοδικό «Cinema», που διευθύνει ο Βιτόριο Μουσολίνι, γιος του Μπενίτο Μουσολίνι. Με τα άτομα της ομάδας αυτής ο Βισκόντι θα γυρίσει την πρώτη του ταινία, Διαβολικοί Εραστές (Ossessione) (1943).

Βασισμένη πάνω στο μυθιστόρημα του Τζέιμς Μ. Κέιν, Ο Ταχυδρόμος Χτυπάει πάντα δυο Φορές, αποτελεί τη γενέθλια ταινία του ιταλικού νεορεαλισμού, ενός όρου που καθιερώθηκε χάρη στον μοντέρ του φιλμ, Μάριο Σεραντρέι. Τα γυρίσματα λαμβάνουν χώρα κατά τη διάρκεια του πολέμου, με αποτέλεσμα οι συντελεστές της ταινίας να αντιμετωπίζουν σημαντικές δυσχέρειες: όλο το υλικό ελέγχεται από τη λογοκρισία του φασιστικού καθεστώτος, ενώ για να καλυφθούν τα έξοδα της ταινίας ο ίδιος ο Βισκόντι αναγκάζεται να διαθέσει ένα μέρος της οικογενειακής του περιουσίας. Το Ossessione ταράζει τα νερά στον ιταλικό κινηματογράφο και γρήγορα απαγορεύεται από τη λογοκρισία.

Με την ολοκλήρωση της ταινίας, ο Βισκόντι αναλαμβάνει ενεργό ρόλο στην αντίσταση, συλλαμβάνεται και φυλακίζεται από τους Ναζί. Τα γεγονότα αυτά αποτυπώνονται στο ντοκιμαντέρ του Μέρες Δόξας (1945). Το 1948 το Κομμουνιστικό Κόμμα Ιταλίας του αναθέτει να γυρίσει μια τριλογία με θέμα τη ζωή των ψαράδων της Σικελίας, των ανθρακωρύχων και των αγροτών. Τελικά, μόνο το πρώτο μέρος της τριλογίας ολοκληρώνεται· πρόκειται για την ταινία Η Γη Τρέμει, βασισμένη στο μυθιστόρημα του Τζιοβάνι Βέργκα Οι Μαλαβόλιε. Γυρισμένη στο χωρίο Άτσι Τρέτσα της νότιας Σικελίας με ερασιτέχνες ηθοποιούς, κατοίκους του χωριού, θεωρείται χαρακτηριστικό δείγμα του ιταλικού νεορεαλισμού. Παρά τις αντιδράσεις που προκαλεί, η ταινία βραβεύεται με το Ειδικό βραβείο της Επιτροπής στο Φεστιβάλ Βενετίας 1948. Ακολουθεί το Bellissima (1951) στο οποίο ξεχωρίζει η ερμηνεία της Άννας Μανιάνι.

Απομάκρυνση από το νεορεαλισμό

To Senso (1954) αποτελεί σημείο καμπής στο κινηματογραφικό έργο του Βισκόντι, ο οποίος, για πρώτη φορά, απομακρύνεται από τον νεορεαλισμό και υιοθετεί νέα θεματολογία που θα γίνει σήμα κατατεθέν των ταινιών του. Η ερωτική ιστορία μιας κόμισσας και ενός Αυστριακού αξιωματικού γίνεται η αφορμή για μια βαθιά ανάλυση της ιταλικής Ιστορίας και σημαντικών γεγονότων, όπως η ιταλική ενοποίηση, ο καταστροφικός πόλεμος του 1866 και η επιρροή της παρηκμασμένης αριστοκρατικής τάξης στα γεγονότα αυτά. Το σενάριο βασίζεται στην ομότιτλη νουβέλα του Καμίλο Μπόιτο, ενώ για τους πρωταγωνιστικούς ρόλους ο Βισκόντι αρχικά ζητά την Ίνγκριντ Μπέργκμαν και τον Μάρλον Μπράντο, αίτημα που ο παραγωγός αρνείται. Πρόκειται για την πρώτη έγχρωμη ταινία του Βισκόντι, την οποία οι κριτικοί έχουν επαινέσει για την πρωτότυπη φωτογραφία, την πλαστικότητα των εικόνων και την επιβλητική σκηνογραφία.

Το 1956 ο Βισκόντι αντιτίθεται δημόσια στη σοβιετική επέμβαση στην Ουγγαρία και το 1957 γυρίζει τις Λευκές Νύχτες, που αποτελούν διασκευή διηγήματος του Ντοστογιέφσκι και βραβεύονται με τον Αργυρό Λέοντα στο Φεστιβάλ Βενετίας του 1957. Η ταινία, όμως, που ο Βισκόντι αγαπούσε περισσότερο, όπως ο ίδιος είχε δηλώσει, είναι O Ρόκο και τα αδέρφια του (1960). Με αυτήν επιστρέφει στο νεορεαλισμό και καταπιάνεται, για δεύτερη φορά μετά το έργο Η Γη Τρέμει, με το θέμα του ιταλικού Νότου: Τα μέλη μιας οικογένειας του Νότου μεταναστεύουν στο Μιλάνο, ελπίζοντας να ξεφύγουν από τη μιζέρια και να βρουν ένα καλύτερο μέλλον. Παρά, όμως, τις προσπάθειές τους, η βαθμιαία διάλυση της οικογένειας, η δυστυχία και η ηθική κατάπτωση είναι αναπόφευκτες.

Τρία χρόνια αργότερα, το 1963, ο Βισκόντι βραβεύεται με το Χρυσό Φοίνικα στο Φεστιβάλ των Καννών για την ταινία Ο Γατόπαρδος, βασισμένη στο ομότιτλο μυθιστόρημα του Τζουζέππε Τομάζι ντι Λαμπεντούζα. Ο Ιταλός σκηνοθέτης εστιάζει, για ακόμη μια φορά, σε ένα από τα αγαπημένα του θέματα: την παρακμή της αριστοκρατίας και την άνοδο της μεγαλοαστικής τάξης με φόντο τη Σικελία κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. Χαρακτηριστικό στοιχείο της ταινίας είναι τα εντυπωσιακά σκηνικά, καθώς ακόμη και τα συρτάρια ήταν γεμάτα με αυθεντικά αντικείμενα εποχής. Ξεχωριστή η ερμηνεία του Μπαρτ Λάνκαστερ που ενσαρκώνει τον πρίγκιπα Φαμπρίτσιο Σαλίνα.

Το 1965 ο Βισκόντι βραβεύεται εκ νέου στο Φεστιβάλ Βενετίας, κερδίζοντας τον Χρυσό Λέοντα αυτήν τη φορά με την ταινία Μακρινά Αστέρια της Άρκτου. Ακολούθως, ο Βισκόντι αποφασίζει να μεταφέρει στην κινηματογραφική οθόνη το βιβλίο του Αλμπέρ Καμύ Ο Ξένος (1967), αλλά το αρχικό σενάριο συναντά την αντίδραση της χήρας του συγγραφέα, Φρανσίν Καμύ, που απαιτεί να τηρηθεί πιστά η πλοκή του μυθιστορήματος του συζύγου της. Τελικά, ο Βισκόντι αναγκάζεται να δεχθεί αλλαγές στο σενάριό του και να μην απομακρυνθεί από την αφηγηματική γραμμή του μυθιστορήματος.

Τα τελευταία χρόνια

Τα τελευταία έργα του Λουκίνο Βισκόντι διακρίνονται από έντονη εσωτερικότητα και αρκετά αυτοβιογραφικά στοιχεία. Η παρακμή, η αποσύνθεση και τα ομοφυλοφιλικά ένστικτα χαρακτηρίζουν όλες τις δημιουργίες της τελευταίας περιόδου του σκηνοθέτη. Με την ταινία Οι Καταραμένοι (1969), που προτάθηκε για Όσκαρ Καλύτερου Σεναρίου, κατακρίνει τα εγκλήματα του ναζισμού μέσα από την αποσύνθεση μιας ισχυρής οικογένειας Γερμανών βιομηχάνων τη δεκαετία του 1930. Η αίσθηση παρακμής, η οποία αναδεικνύεται και χάρη στη φωτογραφία της ταινίας, καθιστά το εν λόγω έργο χαρακτηριστικό δείγμα της κινηματογραφικής αισθητικής του Βισκόντι. Ο Θάνατος στη Βενετία (1971), που απέσπασε το Μεγάλο Ειδικό Βραβείο Εικοσιπενταετίας του Φεστιβάλ των Καννών, αποτελεί μεταφορά της ομότιτλης νουβέλας του Τόμας Μαν και μια από τις πιο διάσημες ταινίες του, ενώ η «γερμανική τριλογία» ολοκληρώνεται με Το Λυκόφως των Θεών (Ludwig) (1972).

Το 1974 ο Βισκόντι, παρά την ήδη κλονισμένη υγεία του ολοκληρώνει μια ακόμα ταινία, τη Γοητεία της Αμαρτίας, που αποτελεί ίσως την πιο αυτοβιογραφική δημιουργία του. Οι παραγωγοί είχαν ορίσει ως «εφεδρικό» σκηνοθέτη τον πρωταγωνιστή Μπαρτ Λάνκαστερ, σε περίπτωση που η υγεία του Βισκόντι δεν του επέτρεπε να συνεχίσει τα γυρίσματα. Η πλοκή του έργου περιστρέφεται γύρω από έναν ηλικιωμένο και μοναχικό καθηγητή, ο οποίος αναστατώνεται όταν μια οικογένεια νεόπλουτων αστών και ένας διεφθαρμένος αλλά γοητευτικός νέος εισβάλλουν στη μονότονη ζωή του. Πρόκειται για μια σκληρή κριτική της πολιτικής και κοινωνικής κατάστασης της μεταπολεμικής Ιταλίας, ενώ σε δεύτερο επίπεδο η ταινία πραγματεύεται τον κρυφό ομοφυλοφιλικό ερωτισμό μεταξύ του καθηγητή και του νεαρού Κόνραντ.

Η τελευταία ταινία του Βισκόντι είναι Ο Αθώος (1976), που γυρίζεται ενώ ο σκηνοθέτης είναι πλέον σχεδόν παράλυτος. Βασισμένη στο ομότιτλο μυθιστόρημα του Γκαμπριέλε ντ’ Ανούντσιο αποτελεί μια σκληρή κριτική της αριστοκρατίας και της αλαζονείας της εξουσίας. Οι δύο κεντρικοί ήρωες της ταινίας (Τούλιο και Τζουλιάνα) δεν αναπαριστούν απλώς την παρακμή της οικογένειας, αλλά όπως ο ίδιος ο Βισκόντι δήλωσε: «αναπαριστούν μια συγκεκριμένη κοινωνία και μια συγκεκριμένη Ιταλία που ανήκει στη μεγαλοαστική τάξη η οποία είναι υπεύθυνη για την έλευση του Φασισμού».

Ενώ τα γυρίσματα για το Ο Αθώος έχουν ολοκληρωθεί και η ταινία βρίσκεται στη φάση του μοντάζ, ο Λουκίνο Βισκόντι πεθαίνει στις 17 Μαρτίου του 1976 στη Ρώμη. Στο πλευρό του βρίσκεται η αδελφή του Ουμπέρτα, η οποία διηγήθηκε αργότερα τις τελευταίες στιγμές του: άκουσε τη Δεύτερη Συμφωνία του Μπράμς, μετά γύρισε προς το μέρος της και είπε «Αρκετά. Είμαι κουρασμένος».

Η τελευταία ταινία του ολοκληρώνεται από τους συνεργάτες του, με βάση τις δικές του υποδείξεις, και προβάλλεται στο Φεστιβάλ των Καννών της ίδιας χρονιάς ως φόρος τιμής στο σκηνοθέτη.

Θέατρο

Εκτός από τον κινηματογράφο, σημαντική είναι η προσφορά του Βισκόντι και στο θέατρο. Η πρώτη θεατρική παράσταση που ανέβασε ως σκηνοθέτης είναι το έργο Τρομεροί Γονείς του Ζαν Κοκτώ, που ανεβαίνει στο θέατρο Ελιζέο της Ρώμης τον Ιανουάριο του 1945. Η επαναστατική σκηνοθεσία του έργου, βασισμένη στο μοντέλο του νεορεαλισμού του Ossessione, προκαλεί ιδιαίτερη εντύπωση. Ακολούθως, και ιδίως στα πρώτα χρόνια της καριέρας του, ο Βισκόντι σκηνοθετεί αρκετές θεατρικές παραστάσεις, κυρίως έργα των Τσέχωφ, Σαίξπηρ, Τενεσί Ουίλιαμς και Άρθουρ Μίλερ, ενώ το 1953 ανεβάζει τη Μήδεια του Ευριπίδη. Συνεργάζεται επίσης με το θίασο της Ρίνα Μορέλι και του Πάολο Στόππα αλλά και με τον διάσημο ηθοποιό Βιτόριο Γκάσμαν.

Όπερα

Η αγάπη του Βισκόντι για την όπερα είναι εμφανής από την ταινία του 1954 Senso, η οποία ξεκινά με την τέταρτη πράξη του Τροβατόρε, γυρισμένη στο Θέατρο Λα Φενίτσε της Βενετίας. Η πρώτη όπερα που σκηνοθέτησε ήταν η Βεστάλε του Gaspare Spontini που ανέβηκε στη Σκάλα του Μιλάνου τον Δεκέμβριο του 1954.

Ακολούθησαν δύο όπερες που άφησαν εποχή στη Σκάλα του Μιλάνου. Η Τραβιάτα το 1955 και η Άννα Μπολένα το 1957, με πρωταγωνίστρια και στις δύο τη Μαρία Κάλλας. Ο Βισκόντι, άλλωστε, επηρέασε βαθύτατα την καριέρα της μεγάλης ντίβας, αφού μέσα από τη συνεργασία τους τη βοήθησε να τελειοποιήσει το υποκριτικό της ταλέντο. Μετά την Ελβίρα ντε Χιντάλγκο, πρώτη δασκάλα της Κάλλας στο Ωδείο Αθηνών, και τον μαέστρο Τούλιο Σεραφίν, κανένας άλλος δεν επηρέασε τόσο την καλλιτεχνική εξέλιξη της Κάλλας όσο ο Βισκόντι.

Το 1958 ακολούθησαν ο Ντον Κάρλος του Βέρντι από τη Βασιλική Όπερα του Λονδίνου, ο Μάκβεθ του Βέρντι στο Σπολέτο και ο Τροβατόρε στο Κόβεντ Γκάρντεν το 1964. Το 1966 ο Φάλσταφ του Βέρντι στην Κρατική όπερα της Βιέννης απέσπασε διθυραμβικά σχόλια από τους κριτικούς, ενώ αντίθετα η όπερα του Βέρντι Σιμόν Μποκανέγκρα το 1969 με τους ηθοποιούς ντυμένους με γεωμετρικού τύπου κοστούμια προκάλεσε έντονες συζητήσεις.

Προσωπική ζωή

Ο Λουκίνο Βισκόντι δεν έκρυψε ποτέ πως είναι ομοφυλόφιλος. Η ομοφυλοφιλία του εκφράζεται ανοιχτά για πρώτη φορά την περίοδο που ζει στο Παρίσι, ενώ σύντροφοι του υπήρξαν ο σκηνοθέτης και συνεργάτης του Φράνκο Τζεφιρέλι και ο Αυστριακός ηθοποιός Χέλμουτ Μπέργκερ που πρωταγωνιστεί στις ταινίες Οι Καταραμένοι, Το Λυκόφως των Θεών και Η Γοητεία της Αμαρτίας. Η ομοφυλοφιλία είναι ένα θέμα που απαντά σε αρκετές ταινίες του Βισκόντι, κυρίως σε αυτές της τελευταίας περιόδου. Πάντως, σε κανένα έργο του δεν πρωταγωνιστεί κάποιος ανοιχτά ομοφυλόφιλος χαρακτήρας, αλλά συχνά παρατηρείται ένας υφέρπων ομοφυλοφιλικός ερωτισμός και ανεκδήλωτα ομοφυλοφιλικά ένστικτα μεταξύ των ηρώων.

Από την οικογένεια του, ιδιαίτερη αδυναμία είχε στη μητέρα του, Κάρλα, αλλά και στην αδελφή του Ουμπέρτα. Η βίλα του στη νήσο Ίσκια λειτουργεί πλέον ως πολιτιστικό ίδρυμα και μουσείο αφιερωμένο σε αυτόν.

Φιλμογραφία

Ταινίες μεγάλου μήκους

Έτος Τίτλος Ελληνικός Τίτλος

1943 Ossessione Διαβολικοί Εραστές

1948 La terra trema Η Γη Τρέμει

1951 Bellissima Μπελίσιμα

1954 Senso Έτσι Τελείωσε Μια Μεγάλη Αγάπη

1957 Le notti bianche Λευκές Νύχτες

1960 Rocco e i suoi fratelli Ο Ρόκο και τ’ Αδέλφια του

1963 Il gattopardo Ο Γατόπαρδος

1965 Vaghe stelle dell’ Orsa Μακρινά Αστέρια της Άρκτου

1967 Lo straniero Ο Ξένος

1969 La caduta degli dei Οι Καταραμένοι

1971 Morte a Venezia Θάνατος στη Βενετία

1972 Ludwig Το Λυκόφως των Θεών

1974 Gruppo di famiglia in un interno Η Γοητεία της Αμαρτίας

1976 L’ innocente Ο Αθώος

Άλλες ταινίες

Έτος Τίτλος  Ελληνικός Τίτλος  Είδος ταινίας

1945 Giorni di gloria Μέρες Δόξας Ντοκιμαντέρ

1951 Appunti su un fatto di cronaca Σημειώσεις πάνω σε μια Είδηση Εφημερίδας Ντοκιμαντέρ – Μικρού μήκους

1953  Anna Magnani Άννα Μανιάνι Επεισόδιο της σπονδυλωτής ταινίας Εμείς οι Γυναίκες (Siamo donne)

1962 Il lavoro  Η Δουλειά Επεισόδιο της σπονδυλωτής ταινίας Βοκκάκιος ’70 (Boccaccio ’70)

1967 La Strega Bruciata Viva  Η Μάγισσα στην Πυρά Επεισόδιο της σπονδυλωτής ταινίας Οι Μάγισσες (Le Streghe)

1970 Alla ricerca di Tadzio Αναζητώντας τον Τάτζιο Ντοκιμαντέρ

Θεατρογραφία

Θέατρο

Τρομεροί Γονείς του Ζαν Κοκτώ (1945)

Η Πέμπτη Κολόνα του Έρνεστ Χέμινγουεϊ (1945)

Η Γραφομηχανή του Ζαν Κοκτώ (1945)

Αντιγόνη του Ζαν Ανούιγ (1945)

Κεκλεισμένων των Θυρών του Ζαν-Πωλ Σαρτρ (1945)

Έγκλημα και Τιμωρία του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι (1946)

Γυάλινος Κόσμος του Τενεσί Ουίλιαμς (1946)

Ευρυδίκη του Ζαν Ανούιγ (1947)

Όπως σας Αρέσει του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ (1948)

Λεωφορείον ο πόθος του Τενεσί Ουίλιαμς (1949)

Τρωίλος και Χρυσηίδα του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ (1949)

Ο Θάνατος του Εμποράκου του Άρθουρ Μίλερ (1951)

Η Λοκαντιέρα του Κάρλο Γκολντόνι (1952)

Τρεις Αδελφές του Αντόν Τσέχωφ (1952)

Οι Βλαβερές Συνέπειες του Καπνού του Αντόν Τσέχωφ (1953)

Μήδεια του Ευριπίδη (1953)

Η Χοάνη του Άρθουρ Μίλερ (1955)

Θείος Βάνια του Αντόν Τσέχωφ (1955)

Δεσποινίς Τζούλια του Άουγκουστ Στρίντμπεργκ (1957)

Ο Ιμπρεσάριος της Σμύρνης του Κάρλο Γκολντόνι (1957)

Ψηλά από τη Γέφυρα του Άρθουρ Μίλερ (1958)

Μετά την Πτώση του Άρθουρ Μίλερ (1965)

Βυσσινόκηπος του Αντόν Τσέχωφ (1965)

Έγκμοντ του Γιόχαν Βόλφγκανγκ Γκαίτε (1967)

Όπερα

Βεστάλε του Gaspare Spontini (1954)

Υπνοβάτις του Βιντσέντζο Μπελίνι (1955)

Τραβιάτα του Τζουζέπε Βέρντι (1955)

Άννα Μπολένα του Γκαετάνο Ντονιτσέττι (1957)

Ιφιγένεια εν Ταύροις του Κρίστοφ Βίλιμπαλντ Γκλουκ(1957)

Ντον Κάρλος του Τζουζέπε Βέρντι (1958)

Μάκβεθ του Τζουζέπε Βέρντι (1958)

Ο Δούκας της Άλμπα του Γκαετάνο Ντονιτσέττι (1959)

Σαλώμη του Ρίχαρντ Στράους (1961)

Τραβιάτα του Τζουζέπε Βέρντι (1963)

Οι Γάμοι του Φίγκαρο του Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ (1964)

Τροβατόρε του Τζουζέπε Βέρντι (1964)

Ντον Κάρλος του Τζουζέπε Βέρντι (1965)

Φάλσταφ του Τζουζέπε Βέρντι (1966)

Ιππότης με το Ρόδο του Ρίχαρντ Στράους (1966)

Τραβιάτα του Τζουζέπε Βέρντι (1967)

Σιμόν Μποκανέγκρα του Τζουζέπε Βέρντι (1969)

Μανόν Λεσκώ του Τζιάκομο Πουτσίνι (1973)

https://el.wikipedia.org/wiki/Λουκίνο_Βισκόντι

 

Le notti bianche (Λευκές Νύχτες) [1957]

https://www.youtube.com/watch?v=85v2osIYP7A

 

Nottibianche Mastroianni Schell bgct

Luchino Visconti – Le notti bianche

Original title: White nights

Original Language: Italian

Country of production: Italy, France, 1957

Duration: 107 min

Technical data: B/W, ratio: 1.66: 1

Genre: Drama

Director: Luchino Visconti

Subject: Dostoevskij, Suso Cecchi D’Amico, Luchino Visconti

Screenwriting: Suso Cecchi D’Amico, Luchino Visconti

Producer: Franco Cristaldi

Production: Rank Rank Film, Cinematographic Associates (CI.AS.), Cinema Vides

Distribution; (Italy) Rank Film (cinema), Dolmen HV (home video)

Photography: Giuseppe Rotunno

Editing by: Mario Serandrei

Music: Nino Rota

Scenography: Mario Chiari, Mario Garbuglia

Costumes: Piero Tosi

Interpreters and characters

Maria Schell: Natalia

Marcello Mastroianni: Mario

Jean Marais: the stranger

Corrado Pani: young in motion

Marcella Rovena: the hostess of the pension

Maria Zanoli: the maid

Elena Fancera: the cashier

Pietro Ceccarelli: man of the quarrel

Angelo Galassi: man of the quarrel

Renato Terra: man of the quarrel

Dick Sanders: the dancer

Clara Calamai: the prostitute

Italian Duplicators

Giorgio Albertazzi: the stranger

Awards: Venice Festival 1957: Silver lion, 3 Silver Ribbons 1958: Best Actor (Marcello Mastroianni), Best Scene, Best Soundtrack

Le notti bianche (film) smct

The White Nights is a 1957 film directed by Luchino Visconti, drawn from Fõdor Dostoevskij’s homonymous tale.

Plot

Mario, a young man employed by ordinary life, is wandering at night in the streets of Livorno after a trip with his family’s family. Walking in search of something out of the ordinary, he comes across a blond, strange girl who is curious at the moment: so, he does everything to know her, despite the girl, who is called Natalia, initially looks very dodgy and distrustful. Anyway, the two end up meeting the next night, and many others later. Mario, who begins to feel a deep feeling for the girl, is abruptly removed from the story of Natalia: she, in fact, is waiting for the return of the man she is in love, who had promised to return to her within a year after she had abandoned. Mario, conditioned by his feelings for the girl, does not believe in the return of man; however, he does not want to divert Natalia from her dreams and expectations, and he agrees to deliver a letter with a request for appointment to the man who has returned to the city. However, Mario fails to deliver the letter, and angrily and sadly tears it and throws it away, but this gesture makes him feel very guilty and the next night tries to avoid Natalia, who is anxious to pass of time with him while waiting anxiously to go to the appointment with the man he is in love with. Mario surrenders to the girl’s enthusiasm, and together they go dancing; together they have a lot of fun, and Mario finds it ridiculed by her absurd hopes; however, Natalia rushes to the place of the appointment as soon as she feels the tenth, but since she does not find him, is taken by a hysterical crisis. Mario declares his love, but is rejected, so he goes away and wandering around alleys and bridges is involved in a fight. While refreshing to a fountain meets Natalia, to whom he confesses his gesture asking for forgiveness; Natalia seems to have decided to forget the man of her dreams, and offers Mario hoping to love him over time. He is at seventh heaven, and leads her to Livorno, talking about love and happy days. But during their walk under an unusual snowfall, Natalia finally sees the man he had so long waited for. Taken from an uncontainable joy, he rushes to meet him, and after a hasty and desolate greeting to Mario, embraces his great love. Mario, left alone again, wanders again in the streets of Livorno.

Le Notti Bianche-3 smct

Production

Scened by Luchino Visconti and Suso Cecchi D’Amico, he was entirely shot in the interiors at Teatro 5 di Cinecittà (Rome). Instead of St. Petersburg, the city where history originally takes place, the film is set in Livorno. Entire streets and squares (Via Grande, Via della Madonna, part of the Venice district), waterways, monuments and public buildings, the bus stop, were rebuilt in the theater, along with architectural elements of fantasy.

Luchino Visconti

Luchino Visconti, in full Don Luchino Visconti, conte (count) di Modrone (born Nov. 2, 1906, Milan – died March 17, 1976, Rome), Italian motion-picture director whose realistic treatment of individuals caught in the conflicts of modern society contributed significantly to the post-World War II revolution in Italian filmmaking and earned him the title of father of Neorealism. He also established himself as an innovative theatrical and opera director in the years immediately after World War II.

Born into an aristocratic family, Visconti was well acquainted with the arts: his mother was a talented musician, and throughout his childhood his father engaged performers to appear at their private theatre. He studied cello for 10 years and spent a short time as a theatrical set designer. He also had a solid classical education. In 1935 Visconti was hired as an assistant to the French motion-picture director Jean Renoir, who developed his sensitivity to social and political issues.

Ossessione (1942; «Obsession»), an adaptation of James M. Cain’s novel The Postman Always Rings Twice, established his reputation as a director. In it he used natural settings, combined professional actors with local residents, experimented with long-travelling camera shots, and incorporated sequences taken with hidden cameras to enhance authenticity. A masterpiece of realism, this film foreshadowed the postwar Neorealist work of such internationally important filmmakers as Roberto Rossellini and Vittorio De Sica. Six years later La terra trema (1948; The Earth Trembles), a documentary-style study of Sicilian fishermen filmed entirely on location and without actors, won the Grand Prize at the Venice Film Festival. Visconti’s other widely acclaimed films include Bellissima (1951; The Most Beautiful) and Siamo donne (1953; We the Women), both starring Anna Magnani; Rocco e i suoi fratelli (1960; Rocco and His Brothers); and Il gattopardo (1963; The Leopard), based on the novel by Giuseppe di Lampedusa about a traditional aristocrat with liberal convictions, a character with whom Visconti strongly identified; Lo straniero (1967; The Stranger); La caduta degli dei (1969; The Damned); and Morte a Venezia (1971; Death in Venice). At the time of his death he had nearly finished editing his last film, L’innocente (The Innocent), based on the novel by Gabriele D’Annunzio.

As a theatrical director Visconti introduced to Italy the work of such French and U.S. playwrights as Jean Cocteau, Jean-Paul Sartre, Arthur Miller, Tennessee Williams, and Erskine Caldwell. He built up a repertory company that supplied actors for later films.

During the 1950s Visconti produced internationally recognized operas starring the soprano Maria Callas. Combining realism and spectacle, he scored artistic successes with productions of La traviata (1955), La sonnambula (1955), and Don Carlos (1958, Covent Garden, London).

Rocco 7 smct

Luchino Visconti

Luchino Visconti di Modrone, Count of Lonate Pozzolo (2 November 1906 – 17 March 1976), was an Italian theatre, opera and cinema director, as well as a screenwriter. He is best known for his films Ossessione (1943), Senso (1954), Rocco and His Brothers (1960), The Leopard (1963) and Death in Venice (1971).

Life

Luchino Visconti was born into a prominent noble family in Milan, one of seven children of Giuseppe Visconti di Modrone, Duke of Grazzano Visconti and Count of Lonate Pozzolo, and his wife Carla (née Erba, heiress to Erba Pharmaceuticals). He was formally known as Count don Luchino Visconti di Modrone, and his family is a branch of the House of Visconti. In his early years, he was exposed to art, music and theatre: he studied cello with the Italian cellist and composer Lorenzo de Paolis (1890 – 1965) and met the composer Giacomo Puccini, the conductor Arturo Toscanini and the writer Gabriele D’ Annunzio.

During World War II, Visconti joined the Italian Communist Party.

Visconti made no secret of his homosexuality. His last partner was the Austrian actor Helmut Berger, who played Martin in Visconti’s film The Damned. Berger also appeared in Visconti’s Ludwig in 1972 and Conversation Piece in 1974, along with Burt Lancaster. Other lovers included Franco Zeffirelli, who also worked as part of the crew in production design, as assistant director, and other roles in a number of Visconti’s films, operas, and theatrical productions.

Visconti smoked 120 cigarettes a day. He suffered a stroke in 1972, but continued to smoke heavily. He died in Rome of another stroke at the age of 69. There is a museum dedicated to the director’s work in Ischia.

Career

Films

He began his filmmaking career as an assistant director on Jean Renoir’s Toni (1935) and Partie de campagne (1936), thanks to the intercession of their common friend, Coco Chanel. After a short tour of the United States, where he visited Hollywood, he returned to Italy to be Renoir’s assistant again, this time for La Tosca (1939), a production that was interrupted and later completed by German director Karl Koch because of World War II.

Together with Roberto Rossellini, Visconti joined the salotto of Vittorio Mussolini (the son of Benito, who was then the national arbitrator for cinema and other arts). Here he presumably also met Federico Fellini. With Gianni Puccini, Antonio Pietrangeli and Giuseppe De Santis, he wrote the screenplay for his first film as director: Ossessione (Obsession, 1943), the first neorealist movie and an unofficial adaptation of the novel The Postman Always Rings Twice.

In 1948, he wrote and directed La terra trema (The Earth Trembles), based on the novel I Malavoglia by Giovanni Verga. In the book by Silvia Iannello, Le immagini e le parole dei Malavoglia, the author selects some passages of the Verga novel, adds original comments and Acitrezza’s photographic images, and devotes a chapter to the origins, remarks and frames taken from the movie.

Visconti continued working throughout the 1950s, although he veered away from the neorealist path with his 1954 film, Senso, shot in colour. Based on the novella by Camillo Boito, it is set in Austrian-occupied Venice in 1866. In this film, Visconti combines realism and romanticism as a way to break away from neorealism. However, as one biographer notes, «Visconti without neorealism is like Lang without expressionism and Eisenstein without formalism». He describes the film as the «most Viscontian» of all Visconti’s films. Visconti returned to neorealism once more with Rocco e i suoi fratelli (Rocco and His Brothers, 1960), the story of Southern Italians who migrate to Milan hoping to find financial stability. In 1961, he was a member of the jury at the 2nd Moscow International Film Festival.

Throughout the 1960s, Visconti’s films became more personal. Il Gattopardo (The Leopard, 1963), is based on Lampedusa’s novel of the same name about the decline of the Sicilian aristocracy at the time of the Risorgimento. It starred American actor Burt Lancaster in the role of Prince Don Fabrizio. This film was distributed in America and Britain by Twentieth-Century Fox, which deleted important scenes. Visconti repudiated the Twentieth-Century Fox version.

It was not until The Damned (1969) that Visconti received a nomination for an Academy Award, for «Best Screenplay». The film, one of Visconti’s best-known works, concerns a German industrialist’s family which slowly begins to disintegrate during the Nazi consolidation of power in the 30s. Its decadence and lavish beauty are characteristic of Visconti’s aesthetic.

Visconti’s final film was The Innocent (1976), in which he returns to his recurring interest in infidelity and betrayal.

Theatre

Visconti was also a celebrated theatre and opera director. During the years 1946 to 1960 he directed many performances of the Rina Morelli-Paolo Stoppa Company with actor Vittorio Gassman as well as many celebrated productions of operas.

Visconti’s love of opera is evident in the 1954 Senso, where the beginning of the film shows scenes from the fourth act of Il trovatore, which were filmed at the Teatro La Fenice in Venice. Beginning when he directed a production at Milan’s Teatro alla Scala of La vestale in December 1954, his career included a famous revival of La traviata at La Scala in 1955 with Maria Callas and an equally famous Anna Bolena (also at La Scala) in 1957 with Callas. A significant 1958 Royal Opera House (London) production of Verdi’s five-act Italian version of Don Carlos (with Jon Vickers) followed, along with a Macbeth in Spoleto in 1958 and a famous black-and-white Il trovatore with scenery and costumes by Filippo Sanjust at the Royal Opera House in 1964. In 1966 Visconti’s luscious Falstaff for the Vienna State Opera conducted by Leonard Bernstein was critically acclaimed. On the other hand, his austere 1969 Simon Boccanegra with the singers clothed in geometrical costumes provoked controversy.

https://en.wikipedia.org/wiki/Luchino_Visconti

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *