HANS FALLADA – ΚΑΙ ΤΩΡΑ, ΑΝΘΡΩΠΑΚΟ;

FALLADA b217583 bgHans Fallada – Και τώρα, ανθρωπάκο;

Μετάφραση:  ΙΩΑΝΝΑ ΑΒΡΑΜΙΔΟΥ

Πρόλογος: ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

Επιμέλεια: ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

Εισαγωγή: Κώστας Κουτσουρέλης

Επίμετρο: Herbert Schwenk

Gutenberg – Γιώργος & Κώστας Δαρδανός, 2017

Σειρά: ORBIS LITERAE 21

Χρονολογία Έκδοσης: Απρίλιος 2017

Αριθμός σελίδων: 640

Διαστάσεις: 20×12

ISBN 978-960-01-1843-8, ISBN13: 9789600118438

Ξενόγλωσσος τίτλος: KLEINER MANN, WAS NUN;

Γερμανική πεζογραφία – Μυθιστόρημα

Ένα μυθιστόρημα «συγκινητικό, αστείο, τρυφερό», όπως το διαφήμισε ο Τόμας Μαν, γραμμένο στην καρδιά της οικονομικής κρίσης από έναν συγγραφέα που είχε νιώσει βαθιά τις συνέπειές της.

Αρχές 1930: Το γερμανικό κράτος αδυνατεί να πληρώσει τα χρέη του, οι υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες πιέζουν για τα χρήματα τους, οι μισθοί κατρακυλούν, οι απολύσεις είναι καθημερινό φαινόμενο, η ανεργία αυξάνεται ταχύτατα, οι Ναζί επίσης.

Τρία χρόνια πριν ο Χίτλερ καταλάβει την εξουσία ο Γιοχάνες Πίνεμπεργκ και η αγαπημένη του Έμα, το Μανάρι όπως την αποκαλεί, μαθαίνουν πως πρόκειται να αποκτήσουν παιδί και αποφασίζουν να παντρευτούν. Εκείνος ελπίζει σε μια δεύτερη δουλειά, αλλά τελικά απολύεται και από αυτή που έχει. Αναγκάζονται να μετακομίσουν στο Βερολίνο. Εκεί, ανάμεσα σε κομμουνιστές, Ναζί, Εβραίους, φτωχά νοικοκυριά, πολυτελείς επαύλεις και καμπαρέ, προσπαθούν όχι απλώς να εξασφαλίσουν το ψωμί τους, αλλά και να διασώσουν την αξιοπρέπειά τους.

«Ευρωπαϊκή κρίση, ανεργία, πτωχεύσεις; Καθόλου περίεργο που το «Και τώρα, ανθρωπάκο;» γνωρίζει νέα επιτυχία», έγραφε η Frankfurter Allgemeine το περασμένο φθινόπωρο, όταν το μυθιστόρημα εκδόθηκε με τις 100 επιπλέον άγνωστες μέχρι πρόσφατα σελίδες που περιλαμβάνει και η ελληνική έκδοση. Οι σελίδες αυτές είχαν κοπεί από την αρχική του 1932 διότι ο εκδότης του φοβήθηκε την αντίδραση των Ναζί στα αποσπάσματα περί καμπαρέ, γυμνιστών, καταγωγείων και Εβραίων. Γραμμένο σε μια εποχή παγκόσμιας οικονομικής κρίσης που η ένοχη για τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο Γερμανία είχε επιπλέον να πληρώσει τεράστιες αποζημιώσεις, όταν η Δημοκρατία της Βαϊμάρης κατέρρεε και το άστρο του Χίτλερ ανέβαινε, το μυθιστόρημα εκτόξευσε τη φήμη του Φάλαντα στα ύψη.

«Αυτό που ήταν για τον 18ο αιώνα «Τα πάθη του νεαρού Βέρθερου» του Γκαίτε ήταν για τον 20ό το «Και τώρα, ανθρωπάκο;»», έγραφε πριν από λίγους μόνο μήνες η Die Zeit. Μια γλυκιά ερωτική ιστορία σε περιβάλλον ανασφάλειας, ανεργίας και ένδειας, αναταραχής και κοινωνικής και πολιτικής αποξένωσης. «Ένα από τα πιο εντυπωσιακά στοιχεία του βιβλίου είναι οι παραλληλισμοί που μπορούν να γίνουν με το σήμερα», συμπλήρωνε η Die Welt τους γερμανικούς πανηγυρισμούς για την καινούργια έκδοση του «Και τώρα, ανθρωπάκο;».

Hans Fallada (1893 1947)

O Χανς Φάλαντα (λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Rudolf Ditzen) γεννήθηκε το 1893 στο Γκράιφσβαλντ και πέθανε το 1947 στο Βερολίνο. Άσκησε διάφορα επαγγέλματα (τοπογράφος, λογιστής, νυχτοφύλακας, έμπορος δημητριακών και διαφημιστής). Μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο εργάστηκε ως μεταφραστής και δημοσιογράφος. Επηρεασμένος αρχικά από τον εξπρεσιονισμό, εμφανίζεται στα γράμματα το 1920 με το μυθιστόρημά του «Der junge Goedeschal». To 1926 καλύπτει ως δημοσιογράφος την περίφημη δίκη της εξέγερσης των αγροτών στο Neumunster. Από το πρακτικά της δίκης αυτής είναι εμπνευσμένο το μυθιστόρημά του «Bauern, Boyren und Bowbe»· Ο Φάλαντα προσχωρεί στο καλλιτεχνικό κίνημα «Νέα Αντικειμενικότητα» και ασπάζεται τον κοινωνικό νατουραλισμό με τη συνειδητή χρήση του απλού ύφους. Το 1932 κυκλοφορεί το μυθιστόρημά του «Kleiner Mann – was nun?» (αγγλ. έκδ. «Little Man, What Now?»), το οποίο περιγράφει την καθημερινή ζωή των προλεταριοποιημένων μικροαστών. Με το βιβλίο αυτό ο Φάλαντα αποκτά παγκόσμια φήμη. Αγοράζει τότε ένα αγρόκτημα στο Μέκλεμπουργκ και ασχολείται με την καλλιέργειά του.

Ακολουθούν δώδεκα περίπου μυθιστορήματα και ένα βιβλίο με αυτοβιογραφικές αναμνήσεις. Ξεχωρίζουν το «Wolf unter Wolfen» (1932), μια ακριβής σκιαγράφηση του κοινωνικού χάους κατά τη διάρκεια της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, το «Wer einmal aus dem Blechnapf frisst?» (1934) και το «Der eiserne Gustav» (1938), μυθιστόρημα – ποταμός, μια τοιχογραφία της ζωής στο Βερολίνο από το 1914 έως το 1924, μια σκοτεινή και σκληρή περιγραφή της παρακμής και σταδιακής εξαθλίωσης των μικροαστικών στρωμάτων. Ο Φάλαντα εγκαταλείπει το αγρόκτημά του και εγκαθίσταται στο Βερολίνο, όπου τον Φεβρουάριο του 1947 πεθαίνει από υπερβολική δόση υπνωτικών, έχοντας ολοκληρώσει το μυθιστόρημα «Μόνος στο Βερολίνο» («Jeder stirbt fur sich allein», αγγλ. μτφρ. «Every Man Dies Alone»), σχετικά με την πραγματική ιστορία του ζεύγους Otto και Elise Hampel, που εκτελέστηκαν από τους Ναζί, κατά τη διάρκεια του πολέμου, εξαιτίας της αντιφασιστικής τους δράσης. Το 1950 κυκλοφορεί το πιο προσωπικό του βιβλίο «Der Trinker» («Ο πότης», αγγλ. έκδ. «The Drinker», 1944), μια βαθιά αυτοβιογραφική εξιστόρηση της ζωής με τους Ναζί. Ο Χανς Φάλαντα παρέμεινε δημοφιλής συγγραφέας στη Γερμανία και μετά το θάνατό του, ωστόσο ορισμένα από τα ανέκδοτα έργα του θεωρείται ότι χάθηκαν ή πουλήθηκαν, εν μέρει εξαιτίας της αμέλειας και εν μέρει εξαιτίας του εθισμού στα ναρκωτικά της δεύτερης γυναίκας και μοναδικής κληρονόμου του, Ulla Losch. Η ανάδυση του σημαντικού αυτού συγγραφέα από τη λήθη έγινε το 2009, όταν ο αμερικανικός εκδοτικός οίκος Melville House Publishing εξέδωσε και πάλι στα αγγλικά τα βιβλία του «Little Man, What Now?», «The Drinker» και «Every Man Dies Alone», που γνώρισαν, στη συνέχεια, μεταφράσεις σε πολλές γλώσσες.

FALLADA A9C281FD6F65BBCA268A019CD4145ED3 smΧανς Φάλαντα: Η σύνθλιψη ενός ανθρώπου στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης

Αναστάσης Βιστωνίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ:  16/07/2017 05:45

Ο «ανθρωπάκος» του γερμανού συγγραφέα, δύο χρόνια πριν από την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία. Ο συγγραφέας Χανς Φάλαντα στο βιβλίο «Και τώρα, ανθρωπάκο;» ξεδιπλώνει από σελίδα σε σελίδα την εικόνα του Βερολίνου του Μεσοπολέμου

Βρισκόμαστε στα 1930, δύο χρόνια πριν από την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία. Η τεράστια οικονομική κρίση στη Γερμανία, συνοδευόμενη από την υψηλή ανεργία και τον ανεξέλεγκτο πληθωρισμό, έχει προλεταριοποιήσει μεγάλο τμήμα της μεσαίας τάξης της χώρας. Οι άνθρωποι χάνουν τη δουλειά τους για το τίποτε και η νέα δουλειά που βρίσκουν είναι χειρότερη από την προηγούμενη. Οι μικροαστοί μένουν σε όλο και χειρότερα σπίτια και η εξαθλίωσή τους συνοδεύεται από την αβεβαιότητα για το μέλλον. Στη δουλειά τους όμως έχουν να αντιμετωπίσουν και άλλα προβλήματα: την καταπίεση και την αναλγησία των προϊσταμένων τους που συνοδεύεται και από την έλλειψη στοιχειώδους αλληλεγγύης εκ μέρους των συναδέλφων τους. Επόμενο είναι να αλληλοϋπονομεύονται προκειμένου να επιβιώσουν. Αυτό επιπλέον έχει ως συνέπεια να αισθάνονται πνευματικά και συνειδησιακά ανέστιοι αδυνατώντας να αντιμετωπίσουν την καταπίεση, τη βαρβαρότητα και τη σκληρότητα της καθημερινής ζωής.

Ρεαλισμός και εξπρεσιονισμός

Αυτή είναι η πικρή γεύση που μας αφήνει το ρεαλιστικό και εξπρεσιονιστικό ταυτοχρόνως μυθιστόρημα του Χανς Φάλαντα, το οποίο διαβάζεται με τον ίδιο τρόπο που παρακολουθεί κανείς ένα ντοκιμαντέρ όπου αποτυπώνεται ο τρόπος που ζουν οι παρίες: τα μαύρα πρόβατα, όσοι δεν έχουν στον ήλιο μοίρα.

Μαύρο πρόβατο της γερμανικής λογοτεχνίας ήταν και ο Χανς Φάλαντα, συγγραφέας του μυθιστορήματος Και τώρα, ανθρωπάκο; Ενός χρονικού στο οποίο ο προσεκτικός αναγνώστης δεν θα δυσκολευτεί να ανακαλύψει την ευαισθησία και την τραυματισμένη τρυφερότητα που κρύβεται κάτω από τη σκληρότητά του.

Ο κύριος πρωταγωνιστής είναι ο Γιοχάνες Πίνεμπερκ, γόνος μικροαστικής οικογένειας, ένα από τα αμέτρητα θύματα της ανεργίας, αυτών που βρίσκουν πότε-πότε δουλειά και περνούν τη ζωή τους μέσα στην ανασφάλεια και την κατάπτωση. Ο Πίνεμπεργκ γνωρίζεται με την Εμμα Μέρσελ την οποία ερωτεύεται και παντρεύεται. Την αποκαλεί «Μανάρι» κι εκείνη «Μικρό». Αποκτούν έναν γιο που τον αποκαλούν «Μπόμπιρα». Το παιδί τούς δίνει χαρά αλλά και τους δημιουργεί πρόσθετες υποχρεώσεις.  Δίπλα στους δύο αυτούς πρωταγωνιστές έχουμε και πλήθος άλλους χαρακτήρες, με κυριότερο τη μητέρα του Πίνεμπεργκ, μια προαγωγό που δεν έχει κανένα αίσθημα ούτε για τον γιο ούτε για τον εγγονό της. Σκληρή, αδίστακτη και παραδόπιστη, απαιτεί από τον γιο της να της πληρώνει ενοίκιο για το σπίτι της όπου μένει ο τελευταίος.

Οι προϊστάμενοι του Πίνεμπεργκ είναι ανάλγητοι αλλά και οι συνάδελφοί του δεν είναι καλύτεροι. Ο «ανθρωπάκος» Πίνεμπεργκ δεν έχει ούτε τον χαρακτήρα ούτε τα μέσα για να τους αντιμετωπίσει. Ομως υπάρχει ένα πρόσωπο στη ζωή του με πολύ πιο ισχυρό χαρακτήρα από τον δικό του: το «Μανάρι», η γυναίκα του, η οποία όταν ο ίδιος χάνει για μία ακόμη φορά τη δουλειά του και μένει άνεργος, αναλαμβάνει τα έξοδα της οικογένειας μαντάροντας κάλτσες. Και τον αγαπά! Χωρίς να απαιτεί, χωρίς να τον κρίνει. Και είναι χαρακτηριστικά τα λόγια που του λέει στο τέλος, όταν εκείνος είναι βυθισμένος στη μαύρη απελπισία: «Εμένα μπορείς να με κοιτάς όμως! Πάντα! Πάντα! Είσαι μαζί μου, έχουμε ο ένας τον άλλον. Είμαστε δύο!» Και με αυτά τα λόγια που βάζει στο στόμα της ηρωίδας του ο Φάλαντα μας λέει το απλό αλλά καταλυτικό ταυτοχρόνως: πως ο έρωτας είναι η πιο σημαντική κατάφαση στη ζωή.

Φάλαντα και Ντέμπλιν

Βεβαίως αυτά δεν αρκούν για να γραφτεί ένα μυθιστόρημα (ρεαλιστικό μάλιστα) πρώτης γραμμής. Η ατμόσφαιρα, η ακρίβεια στις περιγραφές, η προσοχή στις λεπτομέρειες, η οικονομία του λόγου, η αίσθηση της εποχής και πρωτίστως το αφηγηματικό τέμπο είναι αναγκαία – που τα διαθέτει, και με το παραπάνω, αυτό το εξαιρετικό μυθιστόρημα. Ο Φάλαντα ξεδιπλώνει από σελίδα σε σελίδα την εικόνα του Βερολίνου εκείνης της εποχής, μιας μεγαλούπολης κομμένης στα δύο, με μια δύναμη που μόνο στο Βερολίνο Αλεξάντερπλατς του Αλφρεντ Ντέμπλιν τη συναντούμε. Εύκολα θα μπορούσε κανείς να συγκρίνει τον Φραντς Μπίμπερκοφ, κεντρικό ήρωα του Ντέμπλιν, με τον Γιοχάνες Πίνεμπεργκ του Φάλαντα. Και τα δύο μυθιστορήματα περιγράφουν με απαράμιλλη δύναμη τη ζωή των κατώτερων στρωμάτων σε μια εποχή οικονομικής κατάρρευσης και παρακμής. Και στα δύο αναδύεται σαν σκληρή πραγματικότητα και σαν κακό φάντασμα η πόλη του Βερολίνου.

Σαρκασμός και καγχασμός

Ο σαρκασμός, ο καγχασμός και το διαβρωτικό χιούμορ είναι διάχυτα σε όλο το μυθιστόρημα του Φάλαντα, που είναι σαν να γράφτηκε «με μια ανάσα» – και με μια ανάσα σχεδόν διαβάζεται. Ο ρεαλισμός του μπορεί να έχει τις ρίζες του στους γάλλους μυθιστοριογράφους του 19ου αιώνα, αλλά το γκροτέσκο στοιχείο, βασικό γνώρισμα του εξπρεσιονισμού, δίνει άλλη διάσταση στην αφήγησή του και τον προστατεύει από τους κινδύνους του μελοδραματισμού στον οποίον μπορεί να πέσει όποιος γράφει για τους «ταπεινωμένους και καταφρονεμένους». Ποιος είναι ο ανθρωπάκος του; Μας το λέει σε λίγες γραμμές στη σελίδα 282:

«Ναι, είναι ένας υπαλληλάκος που του ‘δωσαν να καταλάβει από πολύ νωρίς ότι δεν είναι τίποτε ξεχωριστό, παρά κάτι σαν ζωάκι, που του επιτρέπουν να ζήσει ή να ψοφήσει». Αλλά η ζωή του μπορεί να έχει ακόμη κάποιο νόημα εξαιτίας της γυναίκας του. Γιατί «Από την άλλη», όπως γράφει ο Φάλαντα αμέσως παρακάτω, «ακόμα και στην πιο βαθιά του αγάπη για το Μανάρι, υπάρχει κάτι το προσωρινό, το φευγαλέο. Μαζί της όμως είναι ένας άνθρωπος ολόκληρος, που ξέρει ότι εκείνη είναι το μόνο πράγμα στη ζωή του που έχει νόημα και αξία».

Δαιμονικό μοντάζ

Το δαιμονικό μοντάζ της αφήγησης δεν εμπόδισε τον συγγραφέα να μας δώσει ένα μυθιστόρημα όπου η κίνηση των προσώπων και ο παλμός της πόλης συνδυάζονται αρμονικά, όπου η αδρότητα των περιγραφών επιτυγχάνεται κατά κανόνα με πέντε αράδες, όπου ο αφηγηματικός βηματισμός αντιστοιχεί απόλυτα στα δρώμενα και η κάθε – ακαριαία σχεδόν – περιγραφή είναι από μόνη της κι ένα σχόλιο.

Ιδιον του μυθιστοριογράφου πρώτης γραμμής είναι η ικανότητά του να περιγράφει τους δευτερεύοντες (ό,τι και αν σημαίνει αυτό) χαρακτήρες με την ίδια δύναμη που περιγράφει και τους πρωταγωνιστές. Χαφιέδες, γραμματείς, μάνατζερ, ο μικρόκοσμος της μεγαλούπολης, που γίνεται μεγάκοσμος μέσα στην εκτενή τοιχογραφία του Φάλαντα, στήνουν ένα μικροσύμπαν οικείο και ταυτοχρόνως ξένο – και εδώ οφείλεται σε μεγάλο βαθμό, νομίζω, η γοητεία αυτού του μυθιστορήματος. Ανθρωπάκι δεν είναι μόνο ο Γιοχάνες Πίνεμπεργκ αλλά και όλοι όσοι περνούν στο βιβλίο – με εξαίρεση, θα έλεγα, την Εμμα Μέρσελ Πίνεμπεργκ. Ανθρωπάκια σαν κι αυτά που συναντούμε στη ζωγραφική του Γκέοργκ Γκρος και του Οτο Ντιξ.

Ο Φάλαντα άρχισε να γράφει το Και τώρα, ανθρωπάκο; στις 19 Οκτωβρίου 1931 και το αποπεράτωσε στις 19 Φεβρουαρίου 1932 – με μπαλζακική ταχύτητα, θα έλεγε κανείς. Το βιβλίο σημείωσε παγκόσμια επιτυχία, μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο και απάλλαξε τον συγγραφέα από τα χρέη του. Ο αυτοκαταστροφικός Φάλαντα όμως «παραδόθηκε και πάλι στα παλιά του πάθη», όπως γράφει στο επίμετρο για τη ζωή και το έργο του συγγραφέα ο Χέρμπερτ Σβενκ: στις σπατάλες, στο ποτό και στα ναρκωτικά.

Οκτώ και πλέον δεκαετίες μετά την έκδοση του Και τώρα, ανθρωπάκο; (το 2014), βρέθηκε το χειρόγραφο του Φάλαντα, για να διαπιστωθεί ότι ο εκδότης είχε περικόψει 100 σελίδες, δηλαδή το ένα τέταρτο περίπου του βιβλίου. Είχαν αφαιρεθεί σκηνές που περιγράφουν τα καταγώγια και τη νυχτερινή ζωή του Βερολίνου, άλλες από τη δραστηριότητα μιας ένωσης γυμνιστών και αναφορές «σεξουαλικού ενδιαφέροντος». Ηταν πολύ δύσκολες εποχές, αφού λίγους μήνες μετά την έκδοση του μυθιστορήματος ανέλαβαν την εξουσία οι εθνικοσοσιαλιστές.
Το βιβλίο επανεκδόθηκε στην ολοκληρωμένη του μορφή τον Ιούνιο του 2016 στη Γερμανία. Οι Γερμανοί έχουν την πλήρη εικόνα ενός από τα σημαντικότερα μυθιστορήματα του Μεσοπολέμου, όπως τώρα κι εμείς, αφού η ελληνική μετάφραση της Ιωάννας Αβραμίδου, που έκανε εξαιρετική δουλειά, βασίστηκε στην πλήρη έκδοση. Η φροντισμένη ελληνική έκδοση συνοδεύεται από μια διεισδυτική εισαγωγή του Κώστα Κουτσουρέλη και ένα διαφωτιστικό επίμετρο του Χέρμπερτ Σβενκ.

Με «μπαλζακική» ταχύτητα

Ο Φάλαντα άρχισε να γράφει το Και τώρα, ανθρωπάκο; στις 19 Οκτωβρίου 1931 και το αποπεράτωσε στις 19 Φεβρουαρίου 1932 – με μπαλζακική ταχύτητα, θα έλεγε κανείς. Το βιβλίο σημείωσε παγκόσμια επιτυχία, μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο και απάλλαξε τον συγγραφέα από τα χρέη του. Ο αυτοκαταστροφικός Φάλαντα όμως «παραδόθηκε και πάλι στα παλιά του πάθη», όπως γράφει στο επίμετρο για τη ζωή και το έργο του συγγραφέα ο Χέρμπερτ Σβενκ: στις σπατάλες, στο ποτό και στα ναρκωτικά.

Οκτώ και πλέον δεκαετίες μετά την έκδοση του Και τώρα, ανθρωπάκο; (το 2014), βρέθηκε το χειρόγραφο του Φάλαντα, για να διαπιστωθεί ότι ο εκδότης είχε περικόψει 100 σελίδες, δηλαδή το ένα τέταρτο περίπου του βιβλίου. Είχαν αφαιρεθεί σκηνές που περιγράφουν τα καταγώγια και τη νυχτερινή ζωή του Βερολίνου, άλλες από τη δραστηριότητα μιας ένωσης γυμνιστών και αναφορές «σεξουαλικού ενδιαφέροντος». Ηταν πολύ δύσκολες εποχές, αφού λίγους μήνες μετά την έκδοση του μυθιστορήματος ανέλαβαν την εξουσία οι εθνικοσοσιαλιστές.

Το βιβλίο επανεκδόθηκε στην ολοκληρωμένη του μορφή τον Ιούνιο του 2016 στη Γερμανία. Οι Γερμανοί έχουν την πλήρη εικόνα ενός από τα σημαντικότερα μυθιστορήματα του Μεσοπολέμου, όπως τώρα κι εμείς, αφού η ελληνική μετάφραση της Ιωάννας Αβραμίδου, που έκανε εξαιρετική δουλειά, βασίστηκε στην πλήρη έκδοση. Η φροντισμένη ελληνική έκδοση συνοδεύεται από μια διεισδυτική εισαγωγή του Κώστα Κουτσουρέλη και ένα διαφωτιστικό επίμετρο του Χέρμπερτ Σβενκ.

http://www.tovima.gr/books-ideas/article/?aid=891968

Μετάφραση: ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ

Εκδότης: ΜΙΝΩΑΣ

Σειρά: ΚΛΑΣΙΚΗ ΞΕΝΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

Χρονολογία Έκδοσης: Ιούνιος 2017

Αριθμός σελίδων: 576

Διαστάσεις: 21×14

Ξενόγλωσσος τίτλος: KLEINER MANN- WAS RUN?

ISBN13: 9786180208542

Παρουσίαση

Γερμανία, δεκαετία του ’30. Ο Γιοχάνες Πίνεμπεργκ, ένας ασήμαντος λογιστής της επαρχίας, και η Έμα Μέρσελ, κόρη εργατών, αγαπιούνται και τίποτε δεν σκιάζει τον έρωτά τους. Όταν ανακαλύπτουν ότι η Έμα είναι έγκυος, αποφασίζουν να παντρευτούν. Όμως εκείνα τα δύσκολα χρόνια η δημιουργία μιας οικογένειας δεν είναι εύκολο πράγμα. Η γερμανική κοινωνία είναι διαλυμένη από την οικονομική κρίση, τις κοινωνικές και ιδεολογικές διαμάχες. Ο Γιοχάνες και η Έμα παλεύουν μέσα σε αυτό τον χαοτικό κόσμο, κάνουν το παν για να μείνουν μαζί αντλώντας δύναμη από την αγάπη τους και ονειρεύονται έναν καλύτερο κόσμο για το μωρό που περιμένουν. Ο Χανς Φάλαντα περιγράφει με μαεστρία τη Γερμανία της Βαϊμάρης και καταφέρνει να αναδείξει με εξαιρετικό τρόπο τη ζωή των απλών ανθρώπων. Το μυθιστόρημα εκδόθηκε αρχικά έναν χρόνο πριν από την άνοδο του Αδόλφου Χίτλερ στην εξουσία και σήμερα θεωρείται κλασικό. Με μια ρεαλιστική περιγραφή των τελευταίων ημερών της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, το βιβλίο αυτό καθιέρωσε τον Φάλαντα ως έναν από τους σημαντικότερους συγγραφείς του 20ού αιώνα. Η παρούσα έκδοση παρουσιάζει τη συναρπαστική πρώτη εκδοχή του μυθιστορήματος χωρίς περικοπές και λογοκρισία.

(Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *