Υφαρπαγή της ακίνητης περιουσίας της υπερχρεωμένης κοινωνίας και εναλλακτική διέξοδος

korakia smct

Γιάννης Δουλφής, Οικονομολόγος, πρώην τραπεζικός

Το φαινόμενο της υπερχρέωσης συνίσταται στην αδυναμία ομαλής αποπληρωμής των δανειακών – και όχι μόνον – υποχρεώσεων των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων, ως αποτέλεσμα κυρίως των μνημονιακών πολιτικών.

Η υπερχρέωση των δανειοληπτών στο τραπεζικό σύστημα, όσο και των άλλων πολιτών στις φορολογικές αρχές και τα ασφαλιστικά ταμεία είναι αποτέλεσμα στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων της μνημονιακής πολιτικής που τους οδήγησαν στην αδυναμία αποπληρωμής – όπως άλλωστε αποδεικνύεται δια γυμνού οφθαλμού από τα στοιχεία – που περιόρισαν το διαθέσιμο εισόδημα, με εισοδηματικές περικοπές και εξοντωτική φορολόγηση και επέφεραν πρωτοφανή ύφεση και μαζική κοινωνική φτωχοποίηση και ανεργία, όλα αυτά τα χρόνια.

Σύμφωνα με μια πολύ διαδεδομένη δημαγωγική φιλολογία η «υπερχρέωση» αυτή οφείλεται στον υπερδανεισμό της προηγούμενης περιόδου μιας «στρεβλής ανάπτυξης».

Αυτό αληθεύει μόνον εν μέρει. Στην πραγματικότητα, το ιδιωτικό χρέος – επιχειρήσεων και νοικοκυριών – άρχισε σταδιακά να αυξάνει από τη δεκαετία του 1980 και μετά, και παρ’ όλα αυτά το χρέος των νοικοκυριών ήταν – συγκριτικά – εξαιρετικά χαμηλό μέχρι τη δεκαετία του 2000.

Από το 2000 σημειώθηκε μια στροφή στην πιστωτική πολιτική των τραπεζών με έμφαση στα στεγαστικά δάνεια με αλματώδη αύξηση που από το 8% του ΑΕΠ, έναντι 28,5% της ευρωζώνης, κορυφώθηκε το 2008 σε 32%, έναντι 37,9% της ευρωζώνης. Μια κερδοφόρα τραπεζική δραστηριότητα, η μόνη σύγκλιση με την ευρωζώνη μαζί με την άνοδο των τιμών (και των ακινήτων). Οι «επιθετικές» χορηγήσεις δανείων προς τα νοικοκυριά τη δεκαετία του 2000 αποτέλεσαν την αιχμή του δόρατος του αναπτυξιακού μοντέλου των τραπεζών και ήταν αυτές που στήριξαν την κερδοφορία και την ισχυρή ανάπτυξη των τραπεζών τη δεκαετία του 2000, τόσο εντός όσο και εκτός Ελλάδας. Ο ρυθμός ανόδου του δανεισμού αυτού ακολούθησε φθίνουσα πορεία μετά το 2005. Έτσι οι συνολικές οφειλές σε στεγαστικά και καταναλωτικά δάνεια από το επίπεδο των 16,8 δισ. ευρώ που ήταν τον Δεκέμβριο του 2000 «εκτοξεύτηκαν» στα 119,28 δισ. ευρώ τον Δεκέμβριο του 2009. Παρ’ όλα αυτά, το 2008 – χρονιά που σηματοδότησε το οριστικό τέλος της πιστωτικής επέκτασης – ο ιδιωτικός δανεισμός (νοικοκυριών και επιχειρήσεων) ανήλθε σε 91% του ΑΕΠ, πολύ χαμηλότερος έναντι της ευρωζώνης (154%) και της Ε.Ε (138%), βάσει των στοιχείων της Τ.Ε. Το ποσοστό των νοικοκυριών που είχαν κάποιο δάνειο ανήλθε στο 60%.

Στα παρακάτω διαγράμματα 1 & 2 εμφανίζεται η εξέλιξη του δανεισμού των νοικοκυριών, και η εξέλιξη των ληξιπροθέσμων οφειλών εξ αυτών (είτε συνολικά, είτε χωριστά για τα στεγαστικά και τα καταναλωτικά δάνεια). Διαπιστώνεται η αύξηση του δανεισμού μέχρι την κορύφωση το 2010, και η μείωση του δανεισμού έκτοτε. Αντίθετα ραγδαία είναι η διόγκωση των ληξιπροθέσμων οφειλών.   

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ 1                                                                   ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ 2

ΕΞΕΛΙΞΗ ΔΑΝΕΙΣΜΟΥ ΝΟΙΚΟΚΥΡΙΩΝΕΞΕΛΙΞΗ ΔΑΝΕΙΣΜΟΥ ΛΗΞΙΠΡΟΘΕΣΜΩΝ

Εξέλιξη δανεισμού νοικοκυριών και ληξιπροθέσμων οφειλών (στεγαστικά – καταναλωτικά δάνεια) περιόδου 2005 – 2015 Εξέλιξη συνολικού δανεισμού νοικοκυριών και ληξιπροθέσμων οφειλών περιόδου 2005 – 2015

Αντίθετα από τον Δεκέμβριο του 2009 μέχρι τον Οκτώβριο του 2015 το συνολικό υπόλοιπο δανείων προς νοικοκυριά έχει μειωθεί κατά περίπου  24,4 δισ. ευρώ (ή -20,5%) και διαμορφώνεται στα 94,9 δισ. ευρώ.

Το 2008, τελευταία χρονιά πριν από την «κρίση», το ποσοστό των μη εξυπηρετουμένων δανείων ανερχόταν μόλις στο 5% του συνόλου τους (11,9 δις ευρώ). Μόλις η χώρα μπαίνει σε καθεστώς Μνημονίου τον Μάιο του 2010, αρχίζει σταδιακά ο καλπασμός: τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια αυξάνονται στο 10,5% το 2010 (28,6 δις), για να φθάσουν τον Οκτώβριο του 2015 στο 48% περίπου (94 δις περίπου).

Στο παρακάτω διάγραμμα φαίνεται η εξέλιξη των μη εξυπηρετουμένων δανείων (με καθυστέρηση άνω των 6 μηνών), πριν και μετά τη μνημονιακή επέλαση, σε συσχετισμό με τις δύο δραματικές επιπτώσεις των μνημονιακών πολιτικών, τη σωρευτική οικονομική ύφεση και την ανεργία.  

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ 3

NPL Επιπλέον οι ληξιπρόθεσμες οφειλές των ιδιωτών προς τις φορολογικές αρχές, έχουν φτάσει τα 83 δισ. ευρώ, οι οφειλές προς τα ασφαλιστικά ταμεία στα 14,8 δισ. ευρώ, στη ΔΕΗ 2,2 δισ. ευρώ, στην ΕΥΔΑΠ 183 εκατ. ευρώ, συνολικά δηλαδή 100 δις € περίπου.

Από την άλλη πλευρά η λεγόμενη «εσωτερική υποτίμηση», οδήγησε στην κατάρρευση της κτηματαγοράς και μια σωρευτική μείωση των τιμών των ακινήτων που υπερβαίνει το 50%, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η εξόφληση των υποχρεώσεων ακόμη και με την εκποίηση των ενυποθήκων ακινήτων στην πλειονότητα των περιπτώσεων.

Ένας από τους βασικούς στόχους των μνημονιακών πολιτικών υπήρξε λοιπόν εξ αρχής η συγκεντροποίηση της γης και της ακίνητης περιουσίας που έχει αποκτηθεί ως επί το πλείστον με προσωπική εργασία (παρελθούσα, τρέχουσα ή μελλοντική) δια της υφαρπαγής στα λίγα χέρια των ισχυρών του χρήματος με διάφορα τεχνικά «νομιμοποιητικά» μέσα από μια νέα πρωταρχική συσσώρευση του κεφαλαίου. Και όπου οι οικονομικοί μηχανισμοί της «ελεύθερης αγοράς» δεν αρκούν από μόνοι τους, έρχεται αρωγός το κράτος – και τα ιμπεριαλιστικά κέντρα των «δανειστών» – δια της νομοθεσίας να τους υποβοηθήσει.

Εξέλιξη μη εξυπηρετούμενων δανείων περιόδου 2007 – 2014

Νομιμοποιητικό στοιχείο της επιδίωξης αυτής είναι το μεγάλο ποσοστό ιδιοκατοίκησης στην Ελλάδα το οποίο θα πρέπει να «συγκλίνει» με την ευρωζώνη και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Είναι, όμως, πράγματι, τόσο μεγάλη αυτή η απόκλιση και γιατί θα πρέπει να γίνει σύγκλιση προς τα κάτω; Τα στοιχεία δείχνουν, ότι το ποσοστό ιδιοκατοίκησης στην Ελλάδα ανερχόταν το 2012 σε 75,9% των κατοικιών, έναντι 70,6% της Ευρωπαϊκής Ένωσης και 66,9% της ευρωζώνης.

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ 4                                                                ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ 5

ΠΟΣΟΣΤΟ ΙΔΙΟΚΑΤΟΙΚΗΣΗΣ 1ΠΟΣΟΣΤΟ ΙΔΙΟΚΑΤΟΙΚΗΣΗΣ 2

Ποσοστό ιδιοκατοίκησης σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες το 2012 και την περίοδο 2009 – 2010 (ελλείψει πιό πράσφατων στοχείων 

Όπως φαίνεται στα παραπάνω διαγράμματα το ποσοστό ιδιοκατοίκησης, αντίθετα από τους σκοπίμως διαδεδομένους μύθους, δεν είναι πολύ υψηλότερο από τον μέσο όρο, τόσο στην ευρωζώνη, όσο και στην Ευρωπαϊκή Ένωση (αν δεχθούμε φυσικά πως θα έπρεπε να συγκλίνουμε, ενώ σε όλα τα υπόλοιπα αποκλίνουμε), στις χώρες του Νότου, Ισπανία, Ιταλία, Πορτογαλία, Μάλτα (και Ιρλανδία) είναι υψηλότερα ή εφάμιλλα. Ιδιαίτερα υψηλότερα είναι στις χώρες του πρώην «υπαρκτού σοσιαλισμού, εκεί όπου οι «κομμουνιστές» τους είχαν πάρει τα σπίτια. Στο σημείο που υπάρχει όντως μια απόκλιση (και δεν θα έπρεπε να εκληφθεί ασφαλώς ως αρνητικό στοιχείο είναι το ιδιαίτερα μεγάλο ποσοστό ιδιοκατοίκησης στη χώρα μας χωρίς δανεισμό, ένα στοιχείο που δείχνει, ότι οι έλληνες δούλεψαν σκληρά μεταπολεμικά και εναπόθεσαν τις οικονομίες τους στην ιδιόκτητη στέγαση, ας μην ξεχνάμε και την ατμομηχανή της μεταπολεμικής ανάπτυξης την οικοδομή. Τώρα για όλους αυτούς το κράτος φροντίζει με την εξοντωτική φορολογία να υφαρπάξει, ό,τι δεν κατορθώσουν οι τράπεζες με τα ληξιπρόθεσμα δάνεια. Άλλωστε ο αποδέκτης των ιδιοκτησιών αυτών θα είναι ο ίδιος. Βλέπε το παρακάτω διάγραμμα.

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ 6

ΠΟΣΟΣΤΟ ΙΔΙΟΚΑΤΟΙΚΗΣΗΣ ΜΕ ΧΩΡΙΣ ΔΑΝΕΙΣΜΟ

Ποσοστό ιδιοκατοίκησης με δανεισμό και χωρίς δανεισμό σε διάφορες χώρες της ευρώπης.

Τεράστια υπήρξαν τα κέρδη των τραπεζών από τη δραστηριότητα του δανεισμού, όχι μόνο ως επιχειρηματικές οντότητες, αλλά και ως κύριοι μέτοχοι – τραπεζίτες που αποκόμισαν τεράστια κέρδη από χρηματιστηριακές «υπεραξίες» που καρπώθηκαν οι ίδιοι και προφανώς μετέφεραν σε ασφαλείς προορισμούς στο εξωτερικό. Να σημειωθεί ότι ο δανεισμός των νοικοκυριών είχε πολύ μικρότερο λειτουργικό κόστος, ως μαζικό προϊόν, τα μεν καταναλωτικά δάνεια και οι πιστωτικές κάρτες τερατώδη επιτόκια, με τεράστιο περιθώριο κέρδους ακόμη και αν συνυπολογίσουμε το ασφάλιστρο κινδύνου, τα δε στεγαστικά δάνεια, πολύ μεγαλύτερη ασφάλεια, λόγω προσημειώσεων των ακινήτων, την εποχή που οι αξίες τους ήταν σε υψηλά προν την κρίση επίπεδα.

Οι 4 μεγαλύτερες ελληνικές τράπεζες μαζί με τις θυγατρικές τους, είχαν τεράστια πραγματικά κέρδη από το 2000 μέχρι το 2010 μόνο, ύψους 44 δις ευρώ περίπου που  φορολογήθηκαν με συντελεστή μόλις 17%. Τι απέγιναν τα τεράστια υπερκέρδη, που πραγματοποίησαν οι τράπεζες και οι μέτοχοί τους, τόσο από τόκους όσο και από την άνοδο των μετοχικών τους αξιών, την ίδια περίοδο αλλά και στη συνέχεια την περίοδο της πιστωτικής επέκτασης; Δεν έχουν ευθύνη άραγε οι Τράπεζες

Για να μην αναφερθούμε στις κρατικές ενισχύσεις σε βάρος των φορολογουμένων. Το σύνολο των κρατικών εγγυήσεων που έλαβαν οι ελληνικές τράπεζες από το 2008 ανήλθε στα 168 δις ευρώ, ενώ σε 40,5 δις ευρώ ανήλθε η ανακεφαλαιοποίησή τους με βάση τη συμφωνία για το PSI στα πλαίσια του Β’ μνημονίου, ποσόν που οδηγήθηκε σε μαύρη τρύπα και οριστική απώλεια μετά το πρόσφατο ξεπούλημα, από το οποίο απέμειναν μόνο 500 εκατ. Ευρώ στο ΤΧΣ και ελάχιστα στους λοιπούς μικρομετόχους και ασφαλιστικά ταμεία. 

Είναι δίκαιο ή ηθικό να σπαταλώνται υπέρογκα ποσά υπέρ τους και από την άλλη οι Τραπεζίτες – «κερδοσκόποι» να διεκδικούν στο ακέραιο απαιτήσεις που οι πολίτες δεν μπορούν να εξυπηρετήσουν λόγω της αφαίμαξης αυτής;  

Η μόνη ριζική αντιμετώπιση του ζητήματος της υπερχρέωσης, είναι  η υιοθέτηση μιας μακροπρόθεσμης γενικευμένης ρύθμισης των δανείων με σεισάχθεια βάσει κοινωνικών κριτηρίων μέσω διαφόρων παραμέτρων και με διαφανή τρόπο για όλα τα κοινωνικά στρώματα που έχουν πληγεί όλα αυτά τα χρόνια της μνημονιακής πολιτικής, που θα απαλλάξει από υπέρμετρα και άδικα βάρη τους δανειολήπτες και θα διευκολύνει την αποπληρωμή σε βάθος χρόνου του υπολοίπου τους, καθώς και αναθεώρηση της άγριας μνημονιακής φορολογίας με διαγραφή οφειλών.

Στοιχεία μιας τέτοιας σεισάχθειας μπορούν να αποτελέσουν η διαγραφή τόκων λόγω υπερβολικών επιτοκίων στις πιστωτικές κάρτες και τα καταναλωτικά δάνεια, η αναλογική με τις εισοδηματικές περικοπές διαγραφή ετήσιων δόσεων στεγαστικών δανείων για την περίοδο από το 2010 (σταδιακά), πάγωμα οφειλών του υπερβάλλοντος σε σχέση με τις τρέχουσες αξίες ακινήτων των ενυπόθηκων δανείων επανεξέτασή του παγωμένου ποσού σε συσχέτιση με την αξία του ακινήτου κατά την εξόφληση του υπολοίπου της.

Πέραν των παραπάνω γενικών ρυθμίσεων, απαιτείται, ένα νέο νομοθετικό πλαίσιο ώστε να εξετάζεται κατά περίπτωση η υπερχρέωση με συνδυασμό αντικειμενικών κριτηρίων (εισοδηματική και περιουσιακή κατάσταση, ποσοστό αποπληρωμής οφειλών, αξία ενυποθήκου/ων ή μη ακινήτου/ων, εξασφάλιση αξιοπρεπούς επιπέδου διαβίωσης κλπ) σε πρώτη φάση από δημόσιο φορέα με υποχρεωτική ρύθμιση από τις τράπεζες και σε δεύτερη φάση δικαστικά εφόσον δεν ικανοποιείται ο οφειλέτης, όσον αφορά α. τα δάνεια ιδιωτών, β. τα επιχειρηματικά δάνεια.

Για να είναι εφικτό κάτι τέτοιο, απαραίτητη προϋπόθεση είναι ένα άλλο τραπεζικό σύστημα, εθνικοποιημένο και με κοινωνικό έλεγχο που θα λειτουργεί στην κατεύθυνση της εξυπηρέτησης των κοινωνικών και οικονομικών αναγκών.

Μια τέτοια πολιτική δεν μπορεί ασφαλώς να υλοποιηθεί στα πλαίσια του μνημονιακού καθεστώτος που έχει εγκαθιδρυθεί στη χώρα μας, ούτε στα πλαίσια της ευρωζώνης που αποτελεί τον έμπρακτο εγγυητή της, ούτε βέβαια και των μηχανισμών της Ε.Ε. και υπό τη δαμόκλειο σπάθη της εξυπηρέτησης ενός δυσθεώρητου, απεχθούς κρατικού χρέους.

Πηγές των πόρων χρηματοδότησης

Τέσσερις είναι οι πηγές των πόρων που μπορούν χρηματοδοτήσουν το πλαίσιο αυτό διαγραφής και ρύθμισης χρεών: α) από τον κρατικό προϋπολογισμό με την έκδοση εθνικού νομίσματος β) από την παύση πληρωμών του κρατικού χρέους και τη μονομερή διαγραφή του γ) από την βελτίωση των φορολογικών εσόδων λόγω αύξησης του ΑΕΠ δ) από την φορολογική μεταρρύθμιση σε βάρος των επιχειρηματικών κερδών και όλων των μορφών του συσσωρευμένου μεγάλου πλούτου και από την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής. (Π.χ. αναδρομική φορολόγηση των υψηλών κερδών επιχειρήσεων που ελαφρύνθηκαν στο ίδιο διάστημα, υπεράκτιων εταιριών, διερεύνηση εξαγωγής κεφαλαίων και καταθέσεις στο εξωτερικό κλπ0

Το νέο νομικό πλαίσιο που τίθεται πλήρως σε εφαρμογή από 1/1/2016, μετά την υπογραφή του 3ου μνημονίου, αποτελείται από ένα φαρμακερό τρίπτυχο.

– Την εφαρμογή του νέου Κώδικα Δεοντολογίας των τραπεζών που τροποποιεί βάναυσα το νόμο Κατσέλη, με την καθιέρωση της απόλυτης τραπεζικής ισχύος μέσω της έννοιας του «συνεργάσιμου» (βλέπε: πλήρως υποταγμένου) δανειολήπτη.

– Την εγκαθίδρυση του νέου Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, με αναίρεση όλων των δικονομικών δυνατοτήτων των οφειλετών που προστάτευαν από τις αυθαιρεσίες του επισπεύδοντος, διαδικασίες εξπρές και την πλήρη απαξίωση στο τίμημα του εκπλειστηριάσματος.

– Το νέο νόμο (Ν. 4346/2015) που ενώ υποτίθεται πως προστατεύει τους «ευάλωτους» οικονομικά υπερχρεωμένους δανειολήπτες, ουσιαστικά αποτελεί μέσο για βελτίωση της εισπραξιμότητας των καθυστερούμενων δανείων από τις τράπεζες υπό την απειλή του πλειστηριασμού ακόμη και της Α΄ κατοικίας.

Βασικός στόχος του νέου πλαισίου δεν είναι η προστασία της Α’ κατοικίας, όπως υποστηρίζεται. Είναι η ενίσχυση του ρόλου των Τραπεζών στον έλεγχο  της οικονομίας και την ανακατανομή του πλούτου μέσω κερδοσκοπικών μηχανισμών. Στα πλαίσια της ανάκτησης του ενεργητικού τους θα είναι και η απόκτηση ακινήτων, την αξία των οποίων θα καθορίζουν οι ίδιες ελέγχοντας την κτηματαγορά – και τη λοιπή οικονομία – και εγγράφοντας σε κάποια στιγμή υπεραξίες, αφού έχουν αποκτήσει ακίνητα σε εξευτελιστικές τιμές.

Το πλαίσιο που πρέπει να υπερασπισθούμε περιλαμβάνει:

– Την υπεράσπιση της ακίνητης περιουσίας των υπερχρεωμένων δανειοληπτών με αναστολή όλων των πλειστηριασμών, μέχρι την αποκατάσταση των αξιών των ακινήτων και την υιοθέτηση μιας γενικευμένης ρύθμισης των δανείων και αναστροφής των εισοδηματικών επιπτώσεων των μνημονίων.

– Την υπεράσπιση των υπερχρεωμένων μικρών και μεσαίων επαγγελματιών και επιχειρήσεων, τόσο απέναντι στις τράπεζες, όσο και στις φορολογικές αρχές και τα ασφαλιστικά ταμεία και της απόκρουσης των εκποιήσεων και αναδιαρθρώσεων υπό την αιγίδα των τραπεζών.

– Την υπεράσπιση της αγροτικής γης και την απόκρουση της εκποίησης και συγκεντροποίησής της, με μοχλό την εξοντωτική φορολογία και τις οφειλές τους στο τραπεζικό σύστημα.

– Τη ριζική άρνηση της γενικευμένης υποταγής όλων στις επιταγές του τραπεζικού κατεστημένου μέσω της επιβολής της «συνεργασιμότητας».

*Εισήγηση στην κεντρική εκδήλωση της ΛΑΪΚΗΣ ΕΝΟΤΗΤΑΣ με θέμα την «Ανακεφαλαιοποίηση» των τραπεζών και τα «κόκκινα δάνεια» που πραγματοποιήθηκε την Παρασκευή 11 Δεκεμβρίου 2015 στην Α.Σ.Ο.Ε.Ε

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *