Η Σχολή της Φρανκφούρτης και η κριτική θεωρία

Wassily-Kandinsky.-Barbican

του Θανάση Τσακίρη

Από την εφημερίδα ΕΠΟΧΗ 20 Ιανουαρίου 2009

Η «Σχολή της Φρανκφούρτης» πήρε το όνομά της από την ομώνυμη πόλη καθώς στο Πανεπιστήμιο της πόλης στεγαζόταν το Ινστιτούτο Κοινωνικών Ερευνών, που είχαν ιδρύσει το 1923 οι Felix Weil (ο πλούσιος πατέρας του οποίου πρόσφερε τα κεφάλαια ίδρυσης και λειτουργίας του), Max Horkheimer, Theodore Adorno, Herbert Marcuse και Erich Fromm. Οι αναλύσεις της σχολής οφείλουν πολλά στα γραπτά του Μαρξ, ιδιαίτερα της πρώτης Χεγκελιανής περιόδου του και, κυρίως, την έννοια της «αλλοτρίωσης». Επιπλέον ενδιαφέρονταν για την ψυχανάλυση, την οποία προσπάθησαν να συνδέσουν με το Μαρξισμός, κάτι που οι δογματικοί Μαρξιστές απέρριπταν μετά βδελυγμίας. Αυτές οι επιρροές είναι φανερές στην άποψή τους για τις κοινωνικές επιστήμες, στην κριτική τους για την μαζική κουλτούρα και τη θέση της τελευταίας στα πλαίσια μιας «διευθυνόμενης κοινωνίας».

Το πρώτο μεγάλο πρόγραμμα που έφερε σε πέρας η σχολή αφορούσε τη μελέτη της εξουσίας με αναφορά στα άτομα που πρόθυμα αλλά χωρίς λογική υποτάσσονται στα αυταρχικά καθεστώτα και τις ηγεσίες τους. Τα αποτελέσματα της έρευνας δημοσιεύθηκαν το 1936 σε ένα δίτομο έργο με τίτλο «Μελέτη της εξουσίας και της οικογένειας» και σε μια σειρά μελέτες για το ναζισμό και το φασισμό.
Ένα νέο στοιχείο που έφεραν στην επιφάνεια από το έργο του Μαρξ ήταν ότι οι θεωρίες του για το χρήμα, την αξία, την ανταλλαγή και το φετιχισμό του εμπορεύματος δεν ισχύουν μόνο στο πεδίο της οικονομία αλλά επεκτείνονται σε ολόκληρο το πεδίο των κοινωνικών σχέσεων, δηλαδή θεωρούν ότι οι ανθρώπινες σχέσεις, ιδιωτικές και δημόσιες, κυριαρχούνται από ανταλλακτικές αξίες και εμπορευματικές μορφές. Τόνισαν ότι η κοινωνία και ο κόσμος βαδίζουν προς τη δημιουργία μιας «ολοκληρωτικά διευθυνόμενης οικονομίας με την εξέλιξη του καπιταλισμού σε μονοπωλιακό και με την ανάπτυξη του νέου βιομηχανικού κράτους. Σ’ αυτή την πορεία, σημαντικό θεωρούσαν το ρόλο που παίζει η τεχνολογία, οι τεράστιες επιχειρήσεις και τα μέσα μαζικής επικοινωνίας και ενημέρωσης. Άνοιγε έτσι ο δρόμος για την παρακμή της δημοκρατίας και τη διάβρωση ως ολική απώλεια της ηθικής υπευθυνότητας των ατόμων. Η ταυτόχρονη ανάπτυξη του καπιταλισμού και της γραφειοκρατίας οδηγούσαν στην εγκαθίδρυση νέων μορφών ελέγχου.

Η κριτική και η παραδοσιακή θεωρία, σύμφωνα με τον Χορκχάιμερ διέφεραν σημαντικά. Από τον Καρτέσιο και ύστερα η νεωτερική φιλοσοφία και επιστήμη αντιμετώπιζαν το πρόβλημα της αφαιρετικότητας και του αντικειμενισμού. Το αποτέλεσμα ήταν να αποκοπούν από την κοινωνική πρακτική. Σε αντίθεση με αυτή την κατάσταση και τη νεώτερη εκδοχή του θετικισμού, η κριτική θεωρία στηρίζεται στην κοινωνική θεωρία και την μαρξική πολιτική οικονομία. Η συστηματική κριτική της υπάρχουσας κοινωνίας μπορεί να συμβάλει στη συγκρότηση ενός εναλλακτικού τύπου κοινωνίας στη θέση του καπιταλισμού και της τερατώδους εκδοχής του που ήταν ο ναζισμός και ο φασισμός. Ο Χορκχάιμερ θεωρούσε πως η κριτική θεωρία μπορούσε να δείξει ότι ο καπιταλισμός μετατρέπει τις έννοιες στο ακριβώς αντίθετό τους: η δίκαια ανταλλαγή μετατρέπεται σε ακραία ανισότητα και κοινωνικές αδικίες, η ελεύθερη οικονομία σε κυριαρχία του μονοπωλίου, η διατήρηση της κοινωνικής ζωής στην πτώχευση των ανθρώπων. Η κριτική θεωρία θα δημιουργούσε αναλύσεις του μετασχηματισμού του ανταγωνιστικού καπιταλισμό σε μονοπωλιακό καπιταλισμό και φασισμό και αποσκοπούσε να αποτελέσει μέρος της ιστορικής διεργασίας με την οποία ο σοσιαλισμός θα αντικαθιστούσε τον καπιταλισμό.

Οι θεωρίες της «πολιτιστικής βιομηχανίας» ή «βιομηχανίας της κουλτούρας» τόνιζαν τις διαδικασίες της βιομηχανοποίησης της κουλτούρας και της επιβολής των υπαγορεύσεων της μαζικής παραγωγής και κατανάλωσης που την καθορίζουν. Οι βιομηχανίες της κουλτούρας ήταν, στην πραγματικότητα, επιφορτισμένες με το καθήκον της επιτέλεσης της ειδικής λειτουργίας της ιδεολογικής νομιμοποίησης του καπιταλισμού και της ενσωμάτωσης των ατόμων στον τρόπο ζωής του. Οι θεωρητικοί της κουλτούρας, μέλη της Σχολής, εξέτασαν πρώτοι αυτοί την επίδραση της καταναλωτικής κοινωνίας στις κοινωνικές τάξεις που υποτίθεται ότι στον παραδοσιακό μαρξισμό είναι οι φορείς της σοσιαλιστικής επανάστασης. Αναζητήθηκαν, επομένως, νέοι φορείς της επανάστασης και της πολιτικής και κοινωνικής χειραφέτησης. Δύο ήταν οι σημαντικότεροι εκπρόσωποι της κριτικής θεωρίας για το θέμα της βιομηχανίας της κουλτούρας: ο Θίοντορ Αντόρνο και ο Βάλτερ Μπένγιαμιν (δεν ήταν επισήμως μέλος της σχολής αλλά συμφωνούσε σε πολλά σημεία με τη φιλοσοφία της και το επιστημονικό πρόγραμμά της).

Βάλτερ Μπένγιαμιν: η μαζική κουλτούρα και η διάλυση της «αύρας»

Ο Βάλτερ Μπένγιαμιν είναι ο πρώτος από τους εκπροσώπους της κριτικής θεωρίας αλλά και των ριζοσπαστών διανοουμένων γενικώς, που ασχολήθηκε με τις ανερχόμενες νέες τεχνολογίες της πολιτισμικής παραγωγής. Ήταν. επίσης, ο πρώτος που διείδε ότι υπάρχουν δυνατότητες των νέων τεχνολογιών που μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για τη χειραφέτηση για την ανθρώπινη χειραφέτηση. Στο έργο του «Το έργο τέχνης της εποχή της μηχανικής αναπαραγωγής» , στο οποίο ανατρέχει στην αρχαία ελληνική ιστορία και φτάνει ως τις μέρες του μονοπωλιακού καπιταλισμού για να μελετήσει την εξέλιξή των μέσων επικοινωνίας, ο Μπένγιαμιν τόνισε πως τα νέα μέσα μαζικής ενημέρωσης και επικοινωνίας αντικαθιστούσαν τις παλιότερες μορφές κουλτούρας. Χρησιμοποίησε τη λέξη «αύρα» για να τονίσει την αίσθηση του δέους και του σεβασμού που υποτίθεται ότι νοιώθει κανείς όταν βλέπει ή ακούει μοναδικά έργα τέχνης και μουσικής. Αυτή η αύρα δεν είναι αναπόσπαστο μέρος του ίδιου του αντικειμένου αλλά των εξωτερικών χαρακτηριστικών του (ποιος είναι ο κάτοχος και ιδιοκτήτης του, ο περιορισμένος χρόνος έκθεσής του, η δημοσιοποιημένη αυθεντικότητά του ή η πολιτιστική αξία του). Άρα, η αύρα είναι ενδεικτική της παραδοσιακής σχέσης της τέχνης με τις πρωτόγονες, τις φεουδαρχικές και τις αστικές δομές εξουσίας και της περαιτέρω σχέσης της με τις μαγικές, θρησκευτικές και κοσμικές τελετουργίες. Με την ανάπτυξη των συστημάτων τεχνικής αναπαραγωγής των έργων τέχνης και με την εφεύρεση μορφών τέχνης χωρίς ύπαρξη «πρωτοτύπων» (π.χ. κινηματογράφος) μπορούν όλοι/ες να βιώσουν ως μαζικό κοινό την εμπειρία της τέχνης που έχει απελευθερωθεί από τα δεσμά του χώρου και της τελετουργίας με αποτέλεσμα την διάλυση της «αύρας». Ο Μπένγιαμιν, κατ’ αυτό τον τρόπο, δείχνει ότι δε συμμερίζεται την άποψη άλλων μελών της Σχολής, όπως ο Theodor Adorno που ανησυχούσε για την συνεπαγόμενη από τη μαζική παραγωγή και κατανάλωση διαταραχή της σχέσης της τέχνης με τις δυνατότητες κοινωνικής χειραφέτησης, απελευθερωτικού στοχασμού και επαναστατικής φαντασίας. Ο Μπένγιαμιν θεωρούσε ότι η σχέση τέχνης και πραγματικότητας ήταν πολύ πιο σύνθετη και η διάλυση της «αύρας» εμπεριέχει τις δυνατότητες της κοινωνικής απελευθέρωσης και της πολιτικοποίησης της τέχνης σε επαναστατική κατεύθυνση σε αντίθεση με τον φασισμό και το ναζισμό της εποχής τους που αισθητικοποιούσαν την πολιτική με σκοπό τον κοινωνικό έλεγχο των μαζών. Αναλύοντας τον κινηματογραφικό τομέα συγκεκριμένα, έδειξε πώς μπορεί να συμβάλει στη δημιουργία ενεργών υποκειμένων, που να μπορούν να αντιληφθούν και να αναλύσουν τις εμπειρίες από την υπό διαρκή μεταβολή και αναταραχή βιομηχανική αστική κοινωνία των μεγαλουπόλεων. Δεν έπαψε, βέβαια, να επικρίνει τα προϊόντα και τις λειτουργίες της βιομηχανίας της κουλτούρας. Ο Μπένγιαμιν πιστός στις απόψεις του, τις οποίες συμμεριζόταν ο μεγάλος θεατρικός σκηνοθέτης Μπέρτολντ Μπρεχτ, καταπιάστηκε με τη συγγραφή κινηματογραφικών και θεατρικών σεναρίων.

Theodore Adorno και Max Horkheimer: Η διαλεκτική του διαφωτισμού

Επί της ουσίας, στις απόψεις του Μπένγιαμιν απάντησαν οι Αντόρνο και Χορχάιμερ με το έργο τους για τη διαλεκτική του διαφωτισμού. Υποστήριξαν ότι το σύστημα της πολιτιστικής παραγωγής (κινηματογραφικές ταινίες, ραδιοφωνικές εκπομπές, εφημερίδες και περιοδικά) ελεγχόταν από τις διαφημιστικές και εμπορικές επιταγές, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να ενσταλάζεται στους ανθρώπους η νοοτροπία της υποτέλειας στον καταναλωτικό καπιταλισμό. Υπό την πίεση του σύγχρονου κοινωνικού συστήματος οι λέξεις απέκτησαν αρνητικές έννοιες: ο Λόγος και ο Διαφωτισμός μετατράπηκαν από εργαλεία αλήθειας και απελευθέρωσης μετατράπηκαν σε εργαλεία κυριαρχίας. Ο Λόγος έγινε «εργαλειακός» και μείωσε τις ανθρώπινες υπάρξεις και τη φύση σε αντικειμενοποιημένα πράγματα και σε μετρήσιμες αριθμητικές ποσότητες. Διευκολύνθηκε η επιτάχυνση των εξελίξεων και ανακαλύψεων στην επιστήμη και την τεχνολογία αλλά, ταυτόχρονα, δημιουργήθηκε τεράστιο ηθικό κενό που οδήγησε στην κοινωνική ψύχωση κι αυτή με τη σειρά της στα στρατόπεδα συγκέντρωσης των ναζιστικών και φασιστικών καθεστώτων καθώς και στα γκουλάγκ της Σταλινικής ΕΣΣΔ. Η κουλτούρα μετατράπηκε σε μαζική διασκέδαση και η δημοκρατία παρήκμασε προς όφελος της κυριαρχίας των λαοπλάνων χαρισματικών ηγετών τύπου Μουσολίνι και Χίτλερ πάνω στις ανθρώπινες μάζες. Οι άνθρωποι, ουσιαστικά αποκήρυξαν τις ενδότερες επιθυμίες τους για να αφομοιωθούν από ένα τερατώδες διαστροφικό σύστημα που τους κατέστησε παθητικούς φορείς πολέμου και καταδίωξης.
Οι Αντόρνο και Χορκχάιμερ κατηγορήθηκαν ότι εστίασαν υπερβολικά στην ιδέα της χειραγώγησης και της μαζικής εξαπάτησης. Όμως, παρά την κριτική που τους ασκήθηκε, αυτοί επέμειναν σθεναρά υποστηρίζοντας ότι η θεωρία τους διορθώνει εκείνες τις απόψεις που υποβαθμίζουν τους τρόπους με τους οποίους οι βιομηχανίες των ΜΜΕ ασκούν εξουσία πάνω στο κοινό τους επιβάλλοντάς τους να συμπεριφέρονται με κομφορμιστική λογική και να υποτάσσονται στις επιταγές της διαφημιστικής και εμπορικής αγοράς.

Ο Jürgen Habermas και η δημόσια σφαίρα

Ο Γιούρκεν Χάμπερμας είναι νεότερο μέλος της Σχολής και φοιτητής των Αντόρνο και Χορκχάιμερ. Το 1962 στο σημαντικότερο βιβλίο της πρώιμης μαρξιστικής δουλειάς του ο Χάμπερμας εξετάζει τους τρόπους με τους οποίους διαμορφώθηκε ιστορικά η πολιτιστική βιομηχανία για την οποία μίλησαν οι δάσκαλοί του. Η αστική κοινωνία του 18ο και 19ου αιώνα διαμόρφωσε μια «δημόσια σφαίρα» που παρεμβαλλόταν ανάμεσα στην κοινωνία πολιτών και στο κράτος και μεσολαβούσε μεταξύ δημοσίων και ιδιωτικών συμφερόντων . Η αστική δημόσια σφαίρα συνέβαλε στην εδραίωση και εμβάθυνση του πεδίου δημοκρατικής συζήτησης και γνώμης που αντιτασσόταν στην κρατική εξουσία και στα πανίσχυρα συμφέροντα που διαμόρφωναν την κοινωνία. Βρήκε την έκφρασή της στα σαλόνια και στα καφέ, στις εφημερίδες και στα περιοδικά και τους εκδοτικούς οίκους που άνθιζαν στην Ευρώπη του 18ου και του 19ου αιώνα.

Η μετάβαση από τη φιλελεύθερη δημόσια σφαίρα του Διαφωτισμού, που οδήγησε στις αστικές επαναστάσεις της Γαλλίας και της Αμερικής, στην κυριαρχούμενη από τα ΜΜΕ σφαίρα στη φάση του «προνοιακού κρατικού καπιταλισμού» και της «μαζικής δημοκρατίας» συνοδευόταν από την επικράτηση των γιγαντιαίων εθνικών -και αργότερα πολυεθνικών- επιχειρήσεων που μετέτρεψαν την ορθολογική δημόσια συζήτηση της δημόσιας σφαίρας από μηχανισμό συναίνεσης δια του κριτικού διαλόγου σε μηχανισμό συναίνεσης δια της χειραγώγησης. Οι πολίτες από σκεπτόμενα ορθολογικά άτομα μετατράπηκαν σε άβουλους καταναλωτές διασκεδαστικών εκπομπών και ειδήσεων.

Στον Χάμπερμας ασκήθηκε κριτική γιατί τείνει να εκθειάζει και να εξιδανικεύει αυτή τη δημόσια σφαίρα του 18ου αιώνα ξεχνώντας ότι από αυτήν αποκλείονταν οι πληβείοι εργάτες, οι γυναίκες κ.α. Παρ’ όλα αυτά ο Χάμπερμας επέμενε ότι μια δημόσια σφαίρα, πράγματι, αναδύθηκε επιτρέποντας σε ορισμένα μέλη της κοινωνίας να συμμετέχουν στη δημόσια συζήτηση και ταυτόχρονα να αντιστέκονται στην αυθαιρεσία της αυταρχικής κρατικής εξουσίας.

Ο Herbert Marcuse και ο μονοδιάστατος άνθρωπος

Ο Χ. Μαρκούζε παρέμεινε στις ΗΠΑ μετά την επιστροφή των υπόλοιπων εξόριστων μελών της Σχολής στη Γερμανία και αναδείχθηκε σε ιδεολογικό γκουρού των φοιτητικών κινημάτων της Βόρειας Αμερικής στη δεκαετία του ’60 των αντιπολεμικών και αντιρατσιστικών κινητοποιήσεων. Με το πρώτο βιβλίο του εισήγαγε στις ΗΠΑ τη συζήτηση για τον Hegel προσπαθώντας να αναθεωρήσει τις παραδοσιακές οπτικές για τη μεθοδολογία του. Επανεισάγει τη διαλεκτική σε μια πανεπιστημιακή κοινωνία που κυριαρχείται από το μεθοδολογικό εμπειρισμό. Μελετά και το είναι και το δέον των πραγμάτων προσπαθώντας να εξηγήσει τις εντάσεις ανάμεσα στο δεδομένο και στο δυνατό, ανάμεσα στο άμεσο φαινόμενο και στην τελική πραγματικότητα. Αρνείται να προσδώσει κύρος και αυθεντία στο υπάρχον δείχνοντας ότι έχει τη δυνατότητα να αλλαχθεί. Κάθε υπάρχον εμπεριέχει και την άρνησή του. Η «άρνηση της άρνησης» είναι το στοιχείο εκείνο που συγκροτεί την «κριτική θεωρία».

Προσπάθησε επίσης να συνδυάσει το Μαρξισμό και την Ψυχανάλυση. Στο έργο του για το «μονοδιάστατο άνθρωπο» θεωρητικοποίησε την παρακμή των επαναστατικών δυνατοτήτων στις καπιταλιστικές κοινωνίες αποδίδοντάς την στη ανάπτυξη των νέων μορφών κοινωνικού ελέγχου. Η «αναπτυγμένη βιομηχανική κοινωνία» δημιουργεί ψευδείς ανάγκες που δένουν το άτομο με την υπάρχουσα οργάνωση της παραγωγής και κατανάλωσης την οποία αναπαράγουν με τη διαρκή παρέμβασή τους η κουλτούρα των ΜΜΕ, η διαφήμιση, η βιομηχανική διαχείριση και ο φιλελεύθερος λόγος με την συνεχή προσπάθεια εξάλειψης της κριτικής και της ριζικής αντιπολίτευσης. Το αποτέλεσμα είναι η επικράτηση ενός «μονοδιάστατου» τρόπου σκέψης και συμπεριφοράς. Έτσι, ο Μαρκούζε έθεσε υπό ριζική αμφισβήτηση δύο βασικές θέσεις του παραδοσιακού Μαρξισμού. Κατά πρώτον, την ιδέα του προλεταριάτου ως αξιόπιστου φορέα επαναστατικής αντιπολίτευσης και, κατά δεύτερον, την ιδέα της αναπόφευκτης κατάρρευσης του καπιταλιστικού συστήματος. Αντί να αναζητά την αποκλειστικότητα της επανάστασης στην εργατική τάξη, τόνισε ότι εν δυνάμει επαναστατικοί φορείς ήταν οι μη ενσωματωμένες στο σύστημα μειονότητες, οι παρείσακτοι και η ριζοσπαστική διανόηση μέσω της διαμόρφωσης της «μεγάλης άρνησης». Απέναντι στο δογματικό σοβιετικό Μαρξισμό και τη δικτατορία του κόμματος ο Μαρκούζε ενέπνευσε τις δυνάμεις μιας Νέας Αριστεράς που συνδύασε με κριτικό τρόπο το Μαρξισμό και τις ιδέες της συμμετοχικής δημοκρατίας και του ανοίγματος σε μια σειρά πλουραλιστικών συμμαχιών, που περιλαμβάνουν κοινωνικά κινήματα και ομάδες σχετικά με θέματα όπως το κοινωνικό φύλο, η φυλή, η σεξουαλικότητα, η ειρήνη και το περιβάλλον. Ο Μαρκούζε συνέχισε ακατάπαυστα να ασκεί σκληρή κριτική στην αναπτυγμένη καπιταλιστική βιομηχανική κοινωνία, εκτός των άλλων και για το μιλιταρισμό, το ρατσισμό, το σεξισμό, τον ιμπεριαλισμό και την βίαιη αποικιακού χαρακτήρα παρέμβασή της στις αναπτυσσόμενες χώρες του λεγόμενου «Τρίτου Κόσμου».

Κριτική της «κριτικής θεωρίας»

Μια αρκετά ισχυρή κριτική που ασκήθηκε στη Σχολή της Φρανκφούρτης είναι ότι η νοοτροπία που επηρεάζει μεγάλο μέρος των απόψεων, ιδιαίτερα των κλασικών της, οδηγεί ουσιαστικά σε μια ρομαντική και ελιτίστικη κριτική της μαζικής κουλτούρας καλυπτόμενη από ένα «νεομαρξιστικό» μανδύα. Πολλοί εξ αριστερών επικριτές τονίζουν πως η «κριτική θεωρία» δεν είναι τίποτε άλλο από μορφή αστικού ιδεαλισμού που δεν σχετίζεται με πολιτική πρακτική και δεν συνδέεται με τα ριζοσπαστικά επαναστατικά κινήματα. Επιπλέον, ο πεσιμισμός πολλών μελών της Σχολής θα μπορούσε να θεωρηθεί ως προάγγελος της μεταμοντέρνας μελαγχολίας του τέλους του 20ού αιώνα που είχε ως αποτέλεσμα την εγκατάλειψη της διεκδίκησης μιας άλλης κοινωνίας, κάτι που άρχισε να ξεπερνιέται όταν τα νέα κοινωνικά κινήματα διακήρυξαν ότι «ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός».

Σημειώσειςπαραπομπές

Benjamin, W. (1936) The Work of Art in the Age of Mechanical Reproduction (http://www.marxists.org/reference/subject/philosophy/works/ge/benjamin.htm)
Αντόρνο, Θ. και Χορκχάιμερ Μ. (1996) Διαλεκτική του διαφωτισμού:

Φιλοσοφικά αποσπάσματα. Αθήνα: Εκδ. Νήσος. «Το γεγονός ότι ο υγειονολογικά καθαρός χώρος του εργοστασίου και τα συναφή, Φόλκσβάγκεν και παλαί ντε σπορ, εξοντώνουν στην αμβλύνοιά τους τη μεταφυσική θα μας άφηνε ακόμη αδιάφορους, ότι αυτά όμως μέσα στο κοινωνικό όλον γίνονται τα ίδια μεταφυσική, μεταβάλλονται σε ιδεολογικό παραπέτασμα, πίσω από το οποίο συγκεντρώνεται η πραγματική συμφορά, αυτό δεν αδιάφορο. Από εδώ ξεκινούν τα αποσπάσματά μας».

Βλ. Habermas, J. (1962/1989) The Structural Transformation of the Public Sphere: An Inquiry into a Category of Bourgeois Society. Cambridge, MA:MIT Press (αποσπάσματα στην ιστοσελίδα

http://www.users.muohio.edu/mandellc/myhab.htm)
Σε γενικές γραμμές η «κοινωνία των πολιτών» είναι δημόσιος χώρος μεταξύ του κράτους και της ιδιωτικής κοινωνίας (οικογένεια, επιχειρήσεις) όπου οι πολίτες οργανώνονται και δραστηριοποιούνται για να προωθήσουν κοινούς κοινωνικούς, πολιτικούς και οικονομικούς στόχους και ιδέες και να προστατέψουν τα συμφέροντά τους ή άλλων κοινωνικών ομάδων.

Βλ. Μαρκούζε, Χ. (1982) Λογική και Επανάσταση. Αθήνα: Εκδ. Ύψιλον.
Βλ. Μαρκούζε Χ. (1981) Έρως και Πολιτισμός. Αθήνα: Εκδ. Κάλβος.
Βλ. Μαρκούζε Χ. (1971) Ο Μονοδιάστατος Άνθρωπος, Αθήνα: Εκδ. Παπαζήσης.
Μαρκούζε, Χ. (1985) Αρνήσεις. Αθήνα: Εκδ. Ύψιλον.
Για το έργο και τη βιογραφία του Μαρκούζε βλ. Μανιάτης, Γ.Ι. Σαγκριώτης, Γ. και Χρύσης, Α.Α (επιμ) (1999) Herbert Marcuse: Κριτική, Ουτοπία, Απελευθέρωση. Αθήνα: Εκδ. Στάχυ καθώς και την ηλεκτρονική έκδοση της Théoriques Dialectiques (www.chez.com/patder/marcuse.htm)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *