Ζακ Ρανσιέρ: από μαθητής του Αλτουσέρ, μαθητής των προλετάριων

red moon ranciere smctAναστασία Ματσούκα K-Lab 20 Μαΐου 2017

Με αφορμή την παρουσία του Ζακ Ρανσιέρ στο φετινό B-Fest, το οποίο θα πραγματοποιηθεί στις 26, 27 και 28 Μαΐου στη Σχολή Καλών Τεχνών, αξίζουν, νομίζουμε, λίγα λόγια για το συγκεκριμένο διανοητή, που μέσω της πρωτοτυπίας της προσέγγισής του, έχει καθιερωθεί ως μια πολύ σημαντική φωνή στη σύγχρονη πολιτική φιλοσοφία και σκέψη.

Στη συνέχεια, επιλέγουμε να μεταφράσουμε και να παρουσιάσουμε στα ελληνικά τον καταγεγραμμένο διάλογο – αντιπαράθεση του Ζακ Ρανσιέρ με τον Ερνέστο Λακλάου («Δεν μας αντιπροσωπεύουν;»: Μια συζήτηση ανάμεσα στον Ζακ Ρανσιέρ και τον Ερνέστο Λακλάου), που έλαβε χώρα το 2012, και επικεντρώνει στα ζητήματα αντιπροσώπευσης αλλά και ριζοσπαστικής δημοκρατίας, σε άμεση συνάρτηση με τα κινήματα του 2011 και την κοινωνική δυναμική που ξεδιπλώθηκε τότε.

Εκκινώντας από την École Normale Supérieure, τη μαθητεία δίπλα στον Λουί Αλτουσέρ και την ομάδα του Να διαβάσουμε το Κεφάλαιο, ο Ζακ Ρανσιέρ επιλέγει συνειδητά να χαράξει τη δική του πορεία, στην πραγματικότητα, μετά τον Μάη του 1968 και τη ρήξη με τον δομικό μαρξισμό. Αποκηρύσσοντας την αλτουσεριανή προσέγγιση που περιστρεφόταν γύρω από την έννοια της ιδεολογίας, τη λειτουργία και τους μηχανισμούς της, ο Ρανσιέρ εγκαινιάζει μια προσπάθεια θεμελίωσης ενός αντίστροφου τρόπου σκέψης που να αποτελεί ταυτόχρονα και αντιστροφή του αλτουσεριανού μοντέλου.

Μπορεί η πορεία του Ζακ Ρανσιέρ να έχει διέλθει διαφορετικές φάσεις από τη δεκαετία του 1970 μέχρι και σήμερα, όμως κάθε μια εντάσσεται αυστηρά πάνω στην ίδια γραμμή – προσπάθεια απαγκίστρωσης των υποκειμένων και των μαζών από το βαριά δεσμά της ιδεολογίας, που δεν τους αφήνουν, κατ΄ εκείνον, περιθώρια διαφυγής και χειραφέτησης.

Δίνοντας έμφαση στα υποκείμενα, τις συνθήκες και δυνατότητες ύπαρξής τους, μελετά την έννοια της ισότητας και την ορίζει, όχι ως ένα τελικό αίτιο – σκοπό, αλλά ως την κοινή ιδιότητα όλων, η οποία τους καθιστά ικανούς και ικανές να επιτύχουν την χειραφέτηση με τις δικές τους δυνάμεις. Με πυρήνα του, λοιπόν, τη συγκεκριμένη ιδέα – μοτίβο, ξεκινά από τη δεκαετία του 1970 μια διαδρομή διαρκούς εμβάθυνσης και προσεκτικής οικοδόμησης ενός συνολικoύ θεωρητικού συστήματος σκέψης που εκτείνεται από την κοινωνική ιστορία των προλετάριων των μέσων του 19ου αιώνα έως τα σύγχρονα ερωτήματα της πολιτικής φιλοσοφίας και αισθητικής.

Το Μάθημα του Αλτουσέρ αποτελεί την επίσημη χειρονομία ρήξης των δεσμών με τον δάσκαλό του και οι Νύχτες των Προλετάριων – δυστυχώς ακόμη αμετάφραστο στα ελληνικά – είναι το εντυπωσιακότερο, ίσως, αποτέλεσμα της προαναφερθείσας αντιστροφής, όπου τα υποκείμενα, οι δεσμοί τους και οι δυνατότητές τους να αντιστέκονται και να αυτοχειραφετούνται, προσεγγίζονται στο μικροεπίπεδο με εξαιρετικό ενδιαφέρον και ευαισθησία.

Αλλά όχι μόνο. Οι Νύχτες των Προλετάριων σ.1 (που βασίστηκαν στη διδακτορική θέση του Ζακ Ρανσιέρ), σηματοδοτούν, επίσης, την επιθυμία του να αντλήσει και ο ίδιος γνώση και ιδέες από τα κάτω, μέσα από παραδείγματα της καθημερινότητας όσων αντιστέκονται στην κυριαρχία του Κεφαλαίου με τρόπους που η ελίτ της διανόησης και ο ακαδημαϊκός μαρξισμός δεν θα μπορούσαν ποτέ να διανοηθούν ή να παραδεχθούν.

Έτσι, οι επόμενοι σταθμοί στην πορεία του εκλαμβάνονται, εκ των υστέρων, ως μια απόλυτα φυσική συνέπεια του αρχικού αυτού μικροβίου που απέκτησε αποκηρύσσοντας, αφενός, τον Αλτουσέρ και μαθαίνοντας, αφετέρου, από τους προλετάριους του. Η ιστορία του Ζοζέφ Ζακοτό και η απόδειξη της δυνατότητας των αδαών να διδάσκουν αυτό που δεν ξέρουν (Ο αδαής δάσκαλος) – και μάλιστα με μεγάλη επιτυχία – αποτελεί τον επόμενο βασικό του σταθμό, ενώ, Το μίσος για τη δημοκρατία, όπου δίνει τον δικό του ορισμό της δημοκρατίας επιμένοντας στην ικανότητα του καθενός και της καθεμίας να συμμετέχει στην κοινή ζωή, αποτελεί ίσως το πιο επιδραστικό του έργο στο πεδίο της πολιτικής φιλοσοφίας, την οποία ολοκληρώνουν μια σειρά συμβολών σε ζητήματα αισθητικής και πολιτικής (μεταφρασμένο σχετικά πρόσφατα στα ελληνικά, Ο χειραφετημένος θεατής).

Μετά από τη σύντομη, λοιπόν, αυτή εισαγωγή και έχοντας παρουσιάσει πριν από ένα χρόνο περίπου τη μετάφραση ενός εξαιρετικά ενδιαφέροντος κειμένου του Ζακ Ρανσιέρ για τον Κομμουνισμό σ.2, επιλέγουμε σήμερα να μεταφράσουμε και να παρουσιάσουμε τον καταγεγραμμένο διάλογο – αντιπαράθεση του Ζακ Ρανσιέρ με τον Ερνέστο Λακλάου, που έλαβε χώρα πέντε χρόνια πριν, τον Οκτώβριο του 2012 στο Μπουένος Άιρες, λίγο πριν από το θάνατο του δεύτερου.

Η συγκεκριμένη αντιπαράθεση επιτρέπει και στον αναγνώστη που δεν έχει έρθει ξανά σε επαφή με τα επιχειρήματα του Ζακ Ρανσιέρ να αποκτήσει μια πρώτη εικόνα της προσέγγισής του σε σχέση με την αντιπροσώπευση, αλλά και γενικότερα τη θεωρία ριζοσπαστικής δημοκρατίας που εισηγείται. Κυρίως, όμως, μας δίνει τη δυνατότητα να ανατρέξουμε και πάλι σε έναν διάλογο που αφορά μια προβληματική η οποία είναι ενεργή από το 2011.

Πρόκειται για την προβληματική των κινημάτων των πλατειών που εμφανίστηκαν τέτοιες μέρες το 2011 και την παρεπόμενη συζήτηση για την πολιτική εκπροσώπηση και έκφραση της κοινωνικής δυναμικής που εκφράστηκε έκτοτε, κατά βάση μέσα από τα παραδείγματα του ΣΥΡΙΖΑ στην Ελλάδα και των Ποδέμος στην Ισπανία. Μέσα από την αντιπαράθεσή του Ζακ Ρανσίερ με τα επιχειρήματα του Ερνέστο Λακλάου, ο οποίος υποστηρίζει τον κομβικό ρόλο της αντιπροσώπευσης στη διαδικασία συγκρότησης του υποκειμένου «λαός», βλέπουμε να ξεδιπλώνεται όχι μια αφυδατωμένη εν γένει κριτική και άρνηση από την πλευρά του, του όποιου ρόλου της αντιπροσώπευσης (όπως ίσως περιμένουν όσοι και όσες έχουν λανθασμένα κατατάξει το Ζακ Ρανσιέρ στους γνήσιους υπέρμαχους της αμεσοδημοκρατίας), αλλά να παρατίθενται βαθύτερα ερωτήματα ως προς τη σχέση αντιπροσώπευσης, δημοκρατίας και πολιτικής στο σημερινό ευρωπαϊκό συγκείμενο. Πολύτιμο υλικό για σκέψη πάνω σε μια προβληματική που δεν έχει κλείσει σίγουρα τον κύκλο της και η οποία αναμένεται να συζητηθεί και το ερχόμενο Σάββατο.

Η παρουσίαση της συγκεκριμένης συνομιλίας έγινε από τον Κίραν Ο’ Κόνορ στο blog του Verso στις 26 Μαίου 2015, με βάση τη μετάφραση του Ντέιβιντ Μπρόντερ από την El Dario. Ακολουθεί η μετάφραση του κειμένου στα γαλλικά, από την παρουσίαση του Verso. Η πηγή μπορεί να βρεθεί εδώ:

http://www.versobooks.com/blogs/2008-don-t-they-represent-us-a-discussion-between-jacques-ranciere-and-ernesto-laclau

«Δεν μας αντιπροσωπεύουν;»: Μια συζήτηση ανάμεσα στον Ζακ Ρανσιέρ και τον Ερνέστο Λακλάου

Στις 16 Οκτωβρίου 2012, στο Πανεπιστήμιο του Σαν Μαρτίν στην αργεντίνικη πρωτεύουσα, ο Γάλλος φιλόσοφος Ζάκ Ρανσιέρ έδωσε μια διάλεξη με τίτλο “Δημοκρατία Σήμερα”, ως μέρος μιας εβδομαδιαίας διάσκεψης στο Μπουένος Άιρες και το Ροσάριο που διοργανώθηκε από το UNSAM (Universidad Nacional de San Martín – Εθνικό Πανεπιστήμιο του Σαν Μαρτίν) και την εκδότρια Τίντα Λιμόν.

Σε αυτή τη διάλεξη, ο Ρανσιέρ επεκτάθηκε στις ήδη πολύ γνωστές αναπτύξεις του πάνω στην προβληματική: «Η δημοκρατία δεν είναι ένα σύστημα διακυβέρνησης, αλλά η πάντα συγκρουσιακή και αποδιοργανωτική διακήρυξη της αρχής της ισότητας». Ως παράδειγμα, περιγράφει το πως οι εργαζόμενες τάξεις του δέκατου ένατου αιώνα αποφάσισαν να δράσουν όχι σαν να ήταν απλή εργατική δύναμη, αλλά άνθρωποι ισότιμοι με τους υπόλοιπους στην νοημοσύνη και τις ικανότητές τους, στη δυνατότητά τους να διαβάζουν, να σκέφτονται, να γράφουν και να οργανώνουν μόνοι τους την εργασία τους. Υπό αυτό το πρίσμα, η δημοκρατία είναι η παρουσίαση της «μη κυβερνησιμότητας», δηλαδή μια εξισωτική δραστηριότητα που αποδιοργανώνει την ιεραρχική κατανομή των χώρων, των κοινωνικών ρόλων και των κοινωνικών λειτουργιών, ανοίγοντας τη σφαίρα αυτού που είναι δυνατό και διευρύνοντας τους ορισμούς της κοινοτικής ζωής.

«Δεν υπάρχει αυτό το πράγμα που ονομάζεται δημοκρατικό κράτος»: αυτό ήταν το εντυπωσιακό σχόλιο του Ρανσιέρ μπροστά σε ένα ακροατήριο με ένα έντονο ενδιαφέρον στο πολιτικό συγκείμενο πίσω από τις προοδευτικές κυβερνήσεις της περιοχής (Βενεζουέλα, Αργεντινή, Εκουαδόρ, Ουρουγουάη κλπ). Εννοώντας πως δεν υπάρχει κάποια δυνατή θεσμική μετάφραση αυτού του αποδιοργανωτικού και επεκτατικού πολιτικού υπόγειου ρεύματος. Μπορεί να έχει πολλές συνέπειες όταν μιλάμε για ελευθερίες ή δικαιώματα˙ παρόλαυτά «η δημοκρατία δεν μπορεί να αναγνωριστεί ως μορφή του κράτους˙ πολύ περισσότερο, υποδηλώνει μια δυναμική η οποία είναι αυτόνομη από το χώρο, το χρόνο και την ατζέντα του κράτους».

Μετά τη διάλεξη, όπως ήταν προγραμματισμένο, ο Ερνέστο Λακάλου πήρε το λόγο. Ένας λαϊκιστής θεωρητικός της ηγεμονίας, και ένα κομβικό θεωρητικό σημείο αναφοράς για την ομάδα που ίδρυσε και τώρα αποτελεί την ηγεσία των Ποδέμος, ο Λακλάου έχει πολύ καλή γνώση της δουλειάς του Ρανσιέρ, και έχει γράψει πολυάριθμες συμβολές εξηγώντας τόσο τις συγγένειες όσο και τις διαφωνίες με τη σκέψη του. Σε αυτό το σημείο αναπαράγουμε τη σύντομη συζήτηση ανάμεσα στους δύο στοχαστές, ως ένα ερέθισμα για περαιτέρω σκέψη σε σχέση με τις εντάσεις ανάμεσα στις δυναμικές της πολιτικής και του κράτους (ή στην πραγματικότητα, ανάμεσα στο κίνημα των 15Μ και τους Ποδέμος).

Ερνέστο Λακλάου:

Πρώτα απ’ όλα, θα ήθελα να απολογηθώ για το γεγονός πως έχασα το πρώτο μισό της παρουσίασης του Ζακ Ρανσιέρ – υπήρχε πολλή κίνηση και, λοιπόν, όλα αυτά τα προβλήματα. Άρα, δυστυχώς, δεν θα έχω τη δυνατότητα να απαντήσω στην συμβολή του Ζακ με τον ίδιο τρόπο, όπως εάν είχα την ευκαιρία να ακούσω το σύνολο της ομιλίας του.

Παρ΄ όλα αυτά, υπάρχουν μερικά κομβικά ζητήματα που οι δυο μας έχουμε συζητήσει υπό άλλες περιστάσεις, και αν θέλαμε να τις συνοψίσουμε σε μια θεματική, θα έλεγα πως πρόκειται για τη σχέση μεταξύ δημοκρατίας και αντιπροσώπευσης. Πιστεύω πως εδώ μπορούν να εντοπιστούν οι αποχρώσεις της διαφωνίας ανάμεσα στην ανάλυση του Ζακ και τις δικές μου προσπάθειες.

Ποιο πιστεύω πως είναι το πρόβλημα με την αντιπροσώπευση; Το ζήτημα είναι το εξής: εάν υπάρχει σύγκρουση ανάμεσα στη δημοκρατία και την αντιπροσώπευση, είναι επειδή υπάρχει η πεποίθηση πως η δημοκρατία αντιπροσωπεύει μια λαϊκή ταυτότητα που εξ ορισμού αποκλείει τους μηχανισμούς της αντιπροσώπευσης. Ο ίδιος ο Ρουσσώ πίστευε πως η μόνη γνήσια μορφή δημοκρατίας ήταν η άμεση δημοκρατία. Είχε στο μυαλό του τη Γένοβα της εποχής του, την οποία σκεφτόταν υπό αρκετά ουτοπικούς όρους. Αλλά η κατάσταση των μεγάλων κρατών έκανε τη στιγμή της αντιπροσώπευσης να φαίνεται αναπόδραστη.

Επομένως, αυτό εγείρει τo ακόλουθo ερώτημα: Είναι η αρχή της αντιπροσώπευσης αναγκαία ολιγαρχική; Εννοώντας με αυτό, πως είναι κάτι που αποτελεί ένα μικρότερο κακό το οποίο προσαρτάται σε μια δημοκρατική αρχή η οποία διαφορετικά θα αντιπροσώπευε μια ομοιογενή λαϊκή βούληση; Πιστεύω πως αυτό θα συνέβαινε μόνο εάν η λαϊκή βούληση μπορούσε να σχηματιστεί ολοκληρωτικά έξω από τους μηχανισμούς της αντιπροσώπευσης. Και εδώ είναι το σημείο όπου θα τραβούσα μια γραμμή. Δεν πιστεύω πως είναι δυνατόν να σχηματιστεί μια δημοκρατική βούληση, παρά μέσα από τους μηχανισμούς της αντιπροσώπευσης.

Γιατί συμβαίνει αυτό; Επειδή η διαδικασία της αντιπροσώπευσης είναι διττή. Όπως ο Ζακ πολύ σωστά υπέδειξε, η αρχή της αντιπροσώπευσης συνεπάγεται το ενδεχόμενο μιας ολιγαρχικής εξουσίας. Αλλά μπορεί, επίσης να σημαίνει και κάτι άλλο. Εάν, στο επίπεδο των κοινωνικών θεμελίων ενός συστήματος, υπάρχουν περιθωριοποιημένοι τομείς με μια βούληση που δύσκολα τη σχηματίζουν μόνοι τους, οι μηχανισμοί αντιπροσώπευσης μπορούν σε ένα βαθμό να λειτουργήσουν ως όχημα για τη μορφοποίηση αυτής της βούλησης. Τις προάλλες, στη διάρκεια της συζήτησης που είχαμε με τον Ζαν Λυκ Μελανσόν (τον επικεφαλής του Μετώπου της Αριστεράς) εδώ στο Μπουένος Άιρες, είπαμε πως το πρόβλημα με τις αναρχικές δημοκρατικές μορφές που συναντούμε σήμερα (για παράδειγμα τους αγανακτισμένους στην Ισπανία) είναι πως εάν αυτή η βούληση δεν μεταφραστεί στην αναμόρφωση του πολιτικού συστήματος, τότε διασκορπάται.

Με άλλα λόγια, δεν διαπιστώνω πως υπάρχει μια δημοκρατική αρχή που αντιτίθεται στην αρχή της αντιπροσώπευσης, αλλά αντ΄ αυτού μια διαδικασία πολιτικής συγκρότησης η οποία τέμνει οριζόντια τη στιγμή του σχηματισμού της λαϊκής βούλησης στη βάση και τη στιγμή της αντιπροσώπευσης. Εάν σκεφτούμε τον τρόπο με τον οποίο το ερώτημα της καθολικότητας και της ολότητας έχει αποτυπωθεί στην πολιτική θεωρία, είναι ξεκάθαρο πως ο Χέγκελ είδε το κράτος ως το μοναδικό σημείο όπου η καθολική φύση της πολιτικής κοινότητας συγκροτείται. Αυτό συμβαίνει επειδή η κοινωνία των πολιτών είναι το πεδίο της λογικής του ιδιωτικού συμφέροντος, αυτού που αποκάλεσε το «σύστημα των αναγκών». Έτσι, θα μπορούσε να υπάρξει ένας απόλυτος διαχωρισμός ανάμεσα στη στιγμή της (κρατικής) ολότητας και του (ιδιωτικού) κατακερματισμού. Ο Μαρξ διαφώνησε και επιχειρηματολόγησε αντ΄ αυτού πως το κράτος είναι μια σφαίρα μερικότητας, εφόσον είναι το όργανο της άρχουσας τάξης, και μόνον εάν μια τάξη επρόκειτο να αναδυθεί, η οποία να είναι εντός της και καθ΄ εαυτή καθολική – να αναδυθεί στο επίπεδο της κοινωνίας των πολιτών – θα ήταν δυνατόν να ξεπεραστεί αυτός ο κατακερματισμός και η μερικότητα. Για τον Μαρξ, αυτό θα σήμαινε το τέλος της πολιτικής και την βαθμιαία εξάλειψη των κρατικών μορφών.

Εάν κοιτάξουμε στον Γκράμσι, μπορούμε να διακρίνουμε ένα ενδιάμεσο σημείο, το οποίο για μένα είναι η αφετηρία ενός επαρκούς πολιτικού πλαισίου για να απαντήσουμε αυτό το ερώτημα. Ο Γκράμσι συμφώνησε με τον Μάρξ πως η κοινωνία των πολιτών είναι επίσης ένα σημείο για τη συγκρότηση του καθολικού, αλλά και πως ο Χέγκελ ήταν σωστός όταν έλεγε ότι αυτή η καθολική στιγμή ήταν μια πολιτική στιγμή. Και γι΄ αυτόν το λόγο, ο Γκράμσι μίλησε για το «ολοκληρωτικό κράτος».

Το πρόβλημα που έχω με τη δημοκρατία υπό αυτή την έννοια, αποδεχόμενος εν μέρει το επιχείρημα του Ζάκ, παρόλο που μένουν κάποια σημεία διαφωνίας, είναι πως δε χρειάζεται να υπάρχουν μορφές πολιτικής διαμεσολάβησης που τέμνουν οριζόντια τη διάκριση ανάμεσα στο κράτος και την κοινωνία των πολιτών. Οτιδήποτε συνεισφέρει στη ριζοσπαστικοποίηση της διάκρισης ανάμεσα σε αυτούς τους δύο όρους οδηγεί είτε προς μια κενή κοινοβουλευτική σοσιαλδημοκρατία, εάν κάποιος δώσει έμφαση στην καθαρά κρατική στιγμή, ή διαφορετικά προς τον ακραίο φιλελευθερισμό μιας μυθικής λαϊκής βούλησης που μπορεί να συγκροτηθεί ολοκληρωτικά εκτός του κράτους.

Πιστεύω πως με κάποιο τρόπο οι δημοκρατίες της Λατινικής Αμερικής, οι οποίες είναι προς το παρόν σε εξέλιξη, αποτελούν μια προσπάθεια να υπερβληθούν αυτές οι εντάσεις και αποτελούν ίσως τον καλύτερο τρόπο να δοθεί ένα παράδειγμα αυτού που είναι θεμελιώδες στις συλλήψεις του Γκράμσι σε σχέση με τον πόλεμο θέσεων, την ηγεμονία και το ολοκληρωτικό κράτος. Λοιπόν, Ζάκ, θα σε αφήσω με αυτές τις μικρές προκλήσεις, ώστε να μπορέσεις να απαντήσεις στο υπό ερώτηση ζήτημα και μετά να ανοίξεις δρόμο για τη γενική βούληση του κοινού (γέλια).

Ζακ Ρανσιέρ:

Πρώτα απ΄όλα, θα ήθελα να ξεκαθαρίσω ένα σημείο για την κουβέντα. Για μένα δεν πρόκειται σε καμία περίπτωση για ένα ερώτημα ορισμού της αρχής της άμεσης δημοκρατίας ως μιας ομοιογενούς λαϊκής βούλησης. Στην πραγματικότητα, δεν εκκινώ από την οπτική γωνία αυτής της αναζήτησης μιας ομοιογενούς λαϊκής βούλησης, ούτε ακριβώς από τη σύγκρουση ανάμεσα στην αντιπροσώπευση και την άμεση δημοκρατία. Ουσιαστικά, στη δουλειά μου έχω θέσει το ερώτημα του τι είναι η πολιτική εξουσία και γιατί μια εξουσία για να είναι πολιτική, πρέπει σε κάποιο βαθμό να ενσωματώνει τη δημοκρατική αρχή της ισότητας.

Η εξουσία υπήρχε ανέκαθεν και υπάρχουν πολλές μορφές εξουσίας που δεν είναι πολιτικές: η εξουσία του αφεντικού, του δασκάλου, του ιδιοκτήτη, του αφέντη.. Είναι ιδιωτικές εξουσίες, σχέσεις εξουσίασης με κοινωνικές λειτουργίες. Αυτό που με ενδιαφέρει είναι πως θα εγκαθιδρύσουμε, σε γενικές γραμμές, την ίδια την ιδέα της πολιτικής. Και αυτό που με ενδιαφέρει ιδιαίτερα είναι ο τρόπος με τον οποίο η δημοκρατική αρχή λειτουργεί από μόνη της ως μια πρόκληση στην αρχή του κράτους. Επειδή η αρχή του κράτους, παρόλα τα υπόλοιπα, πάντα λειτουργούσε ως μια αρχή αποστέρησης και ιδιωτικοποίησης της συλλογικής εξουσίας.

Για να σκεφτούμε το ζήτημα της αντιπροσώπευσης πρέπει να εκκινήσουμε από το γεγονός πως σήμερα, χωρίς να αρνούμαστε την πολύ διαφορετική και εντυπωσιακή κατάσταση στην Αργεντινή, τουλάχιστον στις ευρωπαϊκές χώρες η αντιπροσωπευτική αρχή του κράτους έχει ενσωματωθεί πλήρως στους ολιγαρχικούς μηχανισμούς που αναπαράγει. Σίγουρα δε λειτουργεί ως μέσο οικοδόμησης μιας λαϊκής βούλησης. Ίσως έτσι να συνέβαινε στα ευρωπαϊκά κράτη του παρελθόντος, αλλά όχι πλέον. Η αντιπροσώπευση είναι τα πάντα εκτός από παρωχημένη. Αυτό θα ήταν το πρώτο σημείο μου.

Δεύτερον, είναι σημαντικό να σημειώσουμε πως αν και ίσως μπορεί να συμφωνούμε στη διττή, ή διπρόσωπη φύση του αντιπροσωπευτικού συστήματος, κάποιος οφείλει να κοιτάξει σε ποια πλευρά θα πέσει η σκάλα. Εγώ προφανώς προτιμώ ένα σύστημα να είναι αντιπροσωπευτικό, με σύντομες, όχι ανανεώσιμες και όχι διαδοχικές θητείες, κλπ, παρά διαφορετικά. Και αν συζητάμε για τις δημοκρατίες της Λατινικής Αμερικής, δεν μπορώ να αντιληφθώ το δημοκρατικό καθεστώς εάν κάθε έξι χρόνια πρέπει να εκλέξουμε τον ίδιο Πρόεδρο (αυτό συμβαίνει στη Βενεζουέλα). Πιστεύω πως ένας δημοκρατικός Πρόεδρος κάνει τη δουλειά του και μετά φεύγει. Και παραδίδει την εξουσία σε κάποιον άλλο παρά στον ίδιο, γιατί διαφορετικά αυτό που έχουμε είναι μια ιδιωτικοποίηση της εξουσίας.

Τέλος, αναρωτιέμαι εάν χρειάζεται να συνεχίσουμε να σκεφτόμαστε με τους όρους του κράτους εναντίον της κοινωνίας των πολιτών. Με την ορολογία αυτής της χεγκελιανής λογικής, όπου, από τη μια πλευρά υπάρχει η κοινωνία των πολιτών (το ιδιωτικό) και από την άλλη το καθολικό κράτος κλπ. Τα πράγματα δεν δουλεύουν έτσι πλέον. Το είπες και ο ίδιος σε κάποιο βαθμό: πάνω απ΄ όλα, το κράτος είναι ολοένα και περισσότερο μια αρχή ιδιωτικοποίησης, και το κράτος απορροφά την αντιπροσώπευση. Δεν πρόκειται για την προσπάθεια αντιπαραβολής της αντιπροσώπευσης με τους ανθρώπους που άμεσα παρουσιάζουν τους εαυτούς τους στους δρόμους. Όπως έχει, τα μόνα μέσα αντιπαράθεσης σε αυτή τη σταθερή ιδιωτικοποίηση από το κράτος είναι ουσιαστικά οι μορφές της αυτόνομης διαμαρτυρίας από τους ανθρώπους, μια αυτόνομη παρουσία των ανθρώπων. Ο μόνος τρόπος να αποφύγουμε να υπάρχει απλά το κράτος και το αντιπροσωπευτικό μοντέλο το οποίο το απορροφά, είναι να υπάρξει μια άλλη εξουσία με αυτόνομες μορφές ύπαρξης. Δε μιλάω για μια μάζα ανθρώπων που τους ενώνει μια ομοιογενής βούληση, αλλά αντ΄ αυτού για ενα δυνατό κίνημα δράσης το οποίο ενσαρκώνει μια εξουσία η οποία είναι εξουσία όλων και κανενός. Αυτή είναι η ίδια η αρχή της ύπαρξης και της δημοκρατίας και της πολιτικής. Και για μένα αυτό είναι το πιο ουσιώδες σήμερα.

Αμέσως μετά, ακολουθούν μερικές ερωτήσεις που επερωτούν τη διάκριση και την αντίθεση ανάμεσα στη δημοκρατική λογική και την κρατική λογική, δίνοντας πρόσφατα παραδείγματα από την Αργεντινή (αυτό αφορά το 2012). Απο τη μία, ο «Ley de Medios» (ο Νομος των ΜΜΕ) μέσω του οποίου τα τηλεοπτικά μονοπώλια (για παράδειγμα το μονοπώλιο της ομάδας Κλαρίν) ρυθμίζονται. Από την άλλη, συντηρητικά ή αντιδραστικά στοιχεία που διαδηλώνουν ενάντια στην κυβέρνηση Κίρχνερ βγαίνουν στους δρόμους. Αυτά τα παραδείγματα επισημαίνται για να δείξουν κατάστάσεις στις οποίες το κράτος μάχεται ενάντια στην ολιγαρχία τη στιγμή που οι άνθρωποι στους κατειλημμένους δρόμους το υπερασπίζονται – παραδείγματα που υποτίθεται πως θέτουν υπό αμφισβήτηση ή περιπλέκουν την ανάλυση που προτείνεται από τον Ρανσιέρ.

Ζακ Ρανσιέρ:

Είναι απόλυτα προφανές πως ο καθένας μπορεί να καταλάβει τους δρόμους και έχουμε δει ομάδες που προσπαθούν να χρησιμοποιήσουν αυτή τη στάση για να επιβάλλουν ιδιωτικά συμφέροντα. Δε λέω πως όταν οι άνθρωποι καταλαμβάνουν τους δρόμους είναι «ο λαός», ούτε πως ό, τι εκφωνείται από το δρόμο είναι καλό πράγμα. Υπάρχει αυτή η ειδική περίσταση σε αρκετές λατινοαμερικάνικες χώρες, όπου τα κράτη έχουν προσπαθήσει να επιβάλλουν περιορισμούς σε συγκεκριμένες οικονομικές επιρροές και δεν είμαι αντίθετος με αυτό.

Αλλά αυτό που φαίνεται θεμελιώδες σε μένα είναι να διακρίνουμε κατά πόσο το κράτος αυτοπεριορίζεται στο να κάνει τα ελάχιστα βήματα που απαιτούνται από αυτό, ή αν πράγματι παρέχει, υπό μια ευρύτερη έννοια, τα μέσα για μια άλλη μορφή έκφρασης. Αυτός θα ήταν ο μόνος τρόπος για εμάς να ξεφύγουμε από τη μάχη που τοποθετεί τα παντοδύναμα συμφέροντα και το κράτος, τα μεν απέναντι στο δε, ως τους μόνους πολιτικούς δρώντες. Με τον ίδιο τρόπο, είναι σίγουρα αληθές πως, εκεί, η Λατινική Αμερική έχει μια συγκεκριμένη ιδιαιτερότητα συγκρινόμενη με την Ευρώπη, όπου υπάρχει μια σχεδόν ολοκληρωτική ενοποίηση της πολιτικής εξουσίας (του κράτους, της κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης) και της οικονομικής εξουσίας.

Τι σημαίνει να λέμε «η εξουσία του καθενός/καθεμίας»; Σημαίνει να αναλαμβάνουμε δράση σύμφωνα με μια δυνατότητα που ανήκει σε όλους/ες, στον καθένα/καθεμία. Εάν βγαίνεις στους δρόμους για να υπερασπιστείς τα δικαιώματα της εταιρείας Κλαρίν, δε βγαίνεις στους δρόμους στο όνομα της δημοκρατικής αρχής, αλλά στο όνομα άλλων αρχών: στο ότι υπάρχουν αυτοί που γνωρίζουν και εκείνοι που δε γνωρίζουν κλπ. Δε σημαίνει πως όποιος βγαίνει στους δρόμους έχει δίκιο. Μιλώντας για την εξουσία του καθενός/καθεμίας είναι να σαν να παίρνουμε την πλευρά του καθολικού. Η εξουσία του καθενός/καθεμίας σημαίνει πως υπάρχει μια δυνατότητα που δεν μπορεί να μονοπωληθεί από καμία ομάδα, είτε είναι η ολογαρχία ή η «εργατική τάξη», που τη θεωρεί δική της. Δεν υπάρχει καμία μεμονωμένη ομάδα η οποία να αντιπροσωπεύει την καθολική δυνατότητα, αυτή της πολιτικής. Υπάρχουν αρχές που μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε ώστε να σκεφτούμε μέσα από αυτό το «καθένας/καθεμία». Μπορούμε να ρωτήσουμε τους εαυτούς μας, ποια είναι η αρχή δράσης που εξελίσσεται στο εδώ και τώρα; Άρα πρέπει να θέσουμε σε κίνηση μια σειρά από μορφές έρευνας και αξιολόγησης για να θέσουμε αυτή τη διαφοροποίηση υπό δοκιμή, να διακρίνουμε κατά πόσο αυτό το «καθένας/καθεμία» είναι μια καθολική μορφή ή μια μορφή ιδιωτικών συμφερόντων.

Μια άλλη ερώτηση από το ακροατήριο επερωτά κατά πόσο είναι δυνατόν να ζήσουμε σε μια πραγματική δημοκρατία ή αν θα ζούμε πάντα κάτω από ολιγαρχίες που μας εξουσιάζουν, διανθισμένες με σύντομες παρεμβολές λαϊκής διαμαρτυρίας.

Ζακ Ρανσιέρ:

Δεν έχω την παραμικρή ιδέα, τι μας επιφυλάσσει το μέλλον. Το ζητούμενο για μένα είναι να δούμε πως το παρόν ανοίγει ή κλείνει πόρτες σε διαφορετικά είδη μέλλοντος, να σκεφτόμαστε το παρόν ως αυτό το οποίο ανοίγει και κλείνει αυτές τις πόρτες. Υπάρχουν εκείνοι που πιστεύουν, όπως οι Τικάν (σημ. Μτφ.: ομάδα του περιοδικού Tiqqun) ή η Aόρατη Επιτροπή (Invisible Committee), πως μόνο ένα είδος καταστροφής θα μπορούσε να στρώσει το δρόμο για την απελευθέρωση. Μετά υπάρχει και ο Τόνι Νέγκρι, από τη δική του πλευρά, ο οποίος πιστεύει πως είναι η ίδια η διαδικασία της εργασίας υπό συνθήκες καπιταλισμού που δημιουργεί τις προϋποθέσεις για μελλοντικό κομμουνισμό.

Υπάρχουν ομάδες που επιχειρηματολογούν πως οι αντικειμενικές συνθήκες πρέπει να ωριμάσουν, πως πρέπει να δημιουργήσουμε πρωτοπορίες και πως σε πέντε χιλιάδες χρόνια η πραγματική επανάσταση θα έρθει κλπ.

Σε όλα αυτά λέω όχι. Επιμένω σε αυτή την εναλλακτική λαϊκή παρουσία ως απάντηση στην αποστέρηση της εξουσίας του καθενός/καθεμίας από το κράτος, ή από εξουσίες που σχετίζονται με τις οικονομικές δυνάμεις. Η πρωταρχική προϋπόθεση για ένα άλλο μέλλον είναι να διευρύνουμε στο εδώ και τώρα τις σφαίρες πρωτοβουλίας που βασίζονται σε έναν κοινό τρόπο σκέψης, τους τρόπους κοινής λήψης αποφάσεων, τους θύλακες αυτονομίας που μπορούν να ενδυναμώσουν τον καθένα και την καθεμία. Που βρίσκονται οι προϋποθέσεις για άλλα είδη μέλλοντος που δεν θα αποτελούν αναπαραγωγή του παρόντος; Εδώ, στο παρόν. Που θα οδηγήσει αυτό; Δεν ξέρω. Αυτό που ξέρω είναι πως μια εναλλακτική στο παρόν μπορεί να επιτευχθεί μέσα από τη δημιουργία άλλων αυτόνομων θυλάκων εξουσίας και έκφρασης, άλλων τρόπων αξιοποίησης των ικανοτήτων των ανώνυμων. Δηλαδή, διατηρώντας και ανανεώνοντας τις μορφές ύπαρξης μιας εξουσίας που δεν είναι ολιγαρχική.

Ερνέστο Λακλάου:

Θα συνεισφέρω με κάτι ακόμα στη γενική σύγχυση, λέγοντας το ακόλουθο: Ο Ντεριντά και ο Ντελέζ επικέντρωσαν μέρος της ανάλυσής τους στη σχέση της αντιπροσώπευσης. Φαινομενικά ισχυρίζονται το αντίθετο, αλλά πιστεύω πως αυτό είναι που κάνουν. Ο Ντελέζ λέει πως «η αντιπροσώπευση προϋποθέτει παρουσία, αλλά από τη στιγμή που αυτή η γνήσια παρουσία ποτέ δεν εμφανίζεται, η αντιπροσώπευση εξίσου στερείται νοήματος». Ο Ντεριντά λέει: «από τη στιγμή που καμία γνήσια παρουσία δεν υπάρχει, το μόνο που υπάρχει είναι παιχνίδια αντιπροσώπευσης». Αυτή η ντεριντιανή «παρουσία» εισάγει περισσότερες δυνατότητες για πολιτική ανάλυση. Γίνεται ξεκάθαρο πως υπό μια έννοια, όπου η αντιπροσώπευση λαμβάνεται υπόψιν, δεν υπάρχει τίποτα «εκτός κειμένου». Δεν υπάρχει κανένα ριζοσπαστικό «έξωθεν» του πεδίου της αντιπροσωπευτικής πολιτικής. Η συγκρότηση των αντιπαραθέσεων θα πρέπει να φτιάχνεται μέσα από το πεδίο της λογικής της αντιπροσώπευσης.

Αυτή η λογική της αντιπροσώπευσης μπορεί να οδηγήσει σε ολιγαρχικές μορφές. Ή εναλλακτικά, μέσα από τις στρατηγικές που μπορούν να αναπτυχθούν εντός του πεδίου της αντιπροσώπευσης, μια πιο ριζοσπαστική δημοκρατία μπορεί να εγκαινιαστεί. Δε συμμερίζομαι τη γνώμη πως η δημοκρατία υπάρχει έξω από την πολιτική και πως η πολιτική είναι κάτι που αντιτίθεται στο κράτος. Εξαιρώντας, βέβαια, το κράτος στις παρούσες μορφές του. Αλλά υπάρχει κάτι στην κρατική λογική που εκφεύγει των ήδη αποκρυσταλλωμένων κρατών που βρισκόμαστε απέναντί τους. Είναι το «μέρος εκείνων που δεν έχουν κανένα μέρος» για το οποίο μιλά ο Ζακ, δηλαδή οι άνθρωποι που βρίσκονται σε πόλεμο με το σύστημα και που χρειάζεται να τους φέρουμε να συμμετέχουν και να αποκτήσουν μια φωνή με διαφορετικά μέσα. Με τον ίδιο τρόπο, πιστεύω πως αυτό αναγκαία περνά μέσα από μια διαδικασία πολιτικής συγκρότησης και μέσα από αντιπροσωπευτικούς μηχανισμούς.

Ζακ Ρανσιέρ:

Δεν πιστεύω πως υπάρχουν γνήσιες εκπροσωπήσεις, ή ένας γνήσιος «λαός», ούτε μια γνήσια λαϊκή βούληση – που είναι εκούσια ή ομοιογενής. Φυσικά δεν υπάρχουν. Αλλά πάντα θα υπάρχουν άνθρωποι που θα βγαίνουν στους δρόμους και θα λένε «είμαστε ο λαός» και για μένα αυτό είναι δημοκρατία. Όχι υπό την έννοια ότι όλοι οι άνθρωποι είναι ενωμένοι κυριολεκτικά εκεί, αλλά περισσότερο πως μια «φιγούρα του λαού» παρουσιάζει τον εαυτό της εκεί. Μια «φιγούρα του λαού» είναι η αναπαράσταση της ικανότητας που δεν ανήκει σε καμία συγκεκριμένη ομάδα, σε καμία συγκεκριμένη πρωτοπορία, ούτε σε κάποια συγκεκριμένη πολιτική επιστήμη, αλλά πολύ περισσότερο στην ικανότητα όλων, του καθενός/καθεμίας.

Δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα, όπως αυτό που ονομάζεται πολιτική επιστήμη, υπάρχει μόνο επιστήμη της διακυβέρνησης. Και είναι κοινή σκέψη πως η επιστήμη της διακυβέρνησης (ή η επιστήμη των ψηφοφοριών) είναι πολιτική επιστήμη. Αλλά στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν πολιτικές επιστήμες, αλλά μόνο παρουσίες (presentations), παρουσίες της πολιτικής, περιπτώσεις. Ίσως τις ονομάζουμε παρουσίες αλλά πρέπει να είμαστε προσεκτικοί για πιθανές αμφισημίες εδώ, γιατί αυτό που ονομάζουν αντιπροσώπευση (representation) -που είναι, το εκλογικό παιχνίδι- είναι μόνο μια, ανάμεσα στις διάφορες μορφές παρουσίας. Πρέπει να υπάρχουν κι άλλες: οι αυτόνομες μορφές παρουσίας μιας εναλλακτικής εξουσίας, κυρίως όταν ο κοινοβουλευτικός τύπος της αντιπροσώπευσης έχει γίνει σχεδόν παρωχημένος. Και αυτό πρέπει να γίνει πολύ ξεκάθαρο.

https://k-lab.zone/zak-ransier-apo-mathitis-tou-altouser-mathitis-ton-proletarion/

red moon ranciere smct«Don’t they represent us?»: A discussion between Jacques Rancière and Ernesto Laclau

By Kieran O’Connor 26 May 2015

Is representation necessary, or antithetical, to the democratic will? In light of the significant gains made by the indignados in the Spanish municipal and regional elections on Sunday, we publish a discussion about democracy and representation between Jacques Rancière, the inspiration for much analysis of the 15-M movement, and Ernesto Laclau, an important theoretical reference point for Podemos.

Amador Fernández-Savater introduces a discussion between the philosophers Jacques Rancière and Ernesto Laclau. Translated by David Broder, from El Diario

On 16 October 2012, at the University of San Martín in the Argentinian capital, the French philosopher Jacques Rancière gave a lecture entitled «Democracy Today», as part of a week long conference in Buenos Aires and Rosario organised by UNSAM (Universidad Nacional de San Martín) and the publisher Tinta Limón.

In this lecture, Rancière expanded on his by now well-known elaborations on the question: «Democracy is not a system of government, but the always conflictual and disruptive manifestation of the principle of equality». As an example, he describes how the working classes of the nineteenth century decided to act not as if they were mere labour power, but people equal to others in their intelligence and abilities, in their capacity for reading, thinking, writing and self-organising their labour. In this view democracy is «the ungovernable» on display, that is to say, an egalitarian activity that disrupts the hierarchical distribution of spaces, social roles and social functions, opening up the sphere of what is possible and expanding the definitions of communal life.

«There is no such thing as a democratic state»: such was Rancière’s striking comment to an audience with a keen interest in the political context behind the progressive governments of the region (Venezuela, Argentina, Ecuador, Uruguay, etc.). Meaning, there is no possible institutional translation of this disruptive and expansive political undercurrent. It can have many consequences in terms of freedoms or rights; yet «democracy cannot be identified a form of the state; rather, it denotes a dynamic which is autonomous of place, time, and the state agenda».

After the lecture, as scheduled, Ernesto Laclau took the floor. A populist theorist of hegemony, and a key intellectual reference point for the group that founded and now leads Podemos, Laclau has a great deal of knowledge of Rancière’s work, and has written numerous papers explaining both his affinities and disagreements with his thinking. Here we reproduce the short discussion between the two thinkers, as a stimulus for further thought about the tensions between political and state dynamics (or indeed, between 15M and Podemos).

Ernesto Laclau

First of all, I’d like to apologise for missing the first half of Jacques Rancière’s presentation – there was a lot of traffic and, well, all those kinds of problems. So, unfortunately, I won’t be able to respond to Jacques’ contribution in the same way as if I’d had the chance to listen to the whole of his talk.

Nevertheless, there are a few key topics that the two of us have discussed on other occasions, and if we were to sum these up with one theme, I’d say that it is the relationship between democracy and representation. I think that’s where the shades of disagreement between Jacques’ analysis and my own efforts can be found.

What do I think is the problem of representation? The issue is this: if there is a conflict between democracy and representation, it is because it is thought that democracy represents a popular identity that essentially excludes the mechanisms of representation. Rousseau himself thought that the only true form of democracy was direct democracy. He had in mind the Geneva of his time, which he thought of in fairly Utopian terms. But the situation of the major states made the moment of representation seem inevitable.

So, this raises the following question: Is the principle of representation oligarchic by necessity? By which I mean, something that is a lesser evil added on to a democratic principle that would otherwise represent a homogenous popular will? I think that this would only be the case if popular will could be formed entirely outside of the mechanisms of representation. And that is where I would draw a line. I don’t believe that it is possible to form a democratic will, nor a popular will, except via the mechanisms of representation.

Why is this? Because the process of representation is a dual one. As Jacques very rightly pointed out, the principle of representation implies the possibility of an oligarchic power. But it can also stand for something else. If, at the level of the social foundations of a system, there are marginalised sectors with a barely formed will of their own, representative mechanisms can to an extent act as the vehicle for the formation of that will. The other day, during the conversation that we had with Jean – Luc Mélenchon (the leader of the Front de Gauche) here in Buenos Aires, we said that the problem with the anarchic democratic forms that we see today (for example the indignados in Spain) is that if that will doesn’t translate into the restructuring of the political system then it becomes dispersed.

In other words, I don’t see that there is a democratic principle opposed to the principle of representation, but instead a political construction process which cuts across the moment of the basic formation of the popular will and the moment of representation. If we think of the way that the question of universality and totality has been raised in political theory, it is clear that Hegel saw the state as the only point at which the universal nature of the political community is constituted. This is because civil society is the domain of the logic of private interest, of what he called the «system of needs». There would therefore be an absolutely clear separation between the moment of (statist) totality and (private) dispersion. Marx disagreed and argued instead that the state is a sphere of particularity because it is the instrument of the ruling class, and only if a class were to emerge which is in and of itself universal – i.e. emerging at the level of civil society – would it be possible to overcome this fragmentation and particularity. For Marx this would mean the end of politics and the gradual extinction of state – forms.

If we look to Gramsci, we can see an intermediate point, which for me is the beginning of an adequate political framework for addressing this question. Gramsci agreed with Marx that civil society is also a point for the construction of the universal, but that Hegel was right in saying that this universal moment was a political moment. And for this reason Gramsci talked about the «integral state».

The problem I have with democracy in this sense, accepting in part Jacques’ argument whilst allowing for some points of contention, is that there need to be forms of political mediation that cut across the distinction between the state and civil society. Anything that contributes to the radicalisation of the distinction between these two terms leads either towards a vacuous parliamentary social democracy, if one emphasises the purely statist moment, or else towards the ultra-libertarianism of a mythical popular will constituted entirely outside of the state.

I believe that in a way the Latin American democracies, which are currently works in progress, are an attempt to transcend these tensions and are perhaps the best way to exemplify what is fundamental to Gramsci’s insights regarding the war of position, hegemony, and the integral state. Well, Jacques, I will leave you with these minor provocations, so you can respond to the point in question and then make way for the general will of the public (laughter).

Jacques Rancière

First of all, I’d like to clarify one point for the discussion. For me it is not at all a question of setting out the principle of direct democracy as a homogenous popular will. In fact I’m not coming from the standpoint of this search for a homogenous popular will, nor exactly from the conflict between representation and direct democracy. Essentially, in my work I have raised the question of what is a political power and why a power, in order to be political, must to some extent integrate the democratic principle of equality.

Power has always existed and there are many forms of power which are not political: the power of the boss, of the teacher, the owner, the master… They are private powers, relations of authority with social functions. What interests me is how to establish, in general terms, the idea itself of politics. And what really interests me is the way in which the democratic principle functions in itself as a challenge to the principle of the state. Because the principle of the state, in spite of everything, always functioned as a principle of confiscation and privatisation of collective power.

To consider the theme of representation we have to start from the fact that today, not denying the very different and impressive situation in Argentina, at least in European countries the representative principle of the state is completely integrated into the oligarchic mechanisms that it reproduces. It certainly does not function as a means for building a popular will. Perhaps that’s how it used to be in the European states of the past, but not any more. Representation is all but obsolete. That would be my first point.

Secondly, it is important to note that whilst we may be in agreement on the dual, or two-faced nature of the representative system, one has to look at which side the scales will fall. I obviously prefer a system to be representative, with short, non-renewable and non-cumulative terms of office, etc., than otherwise. And if we’re talking about Latin American democracies, I can’t conceive of a democratic regime if every six years we have to elect the same president (that is, in Venezuela). I believe that a democratic president is one who does their work and then leaves. And who hands over power to someone other than themselves because otherwise what we are dealing with is a privatisation of power.

Lastly, I wonder if we need to keep thinking in terms of the state versus civil society. In terms of this Hegelian logic where, on one side there is civil society (the private), and on the other the universal state, etc. Things don’t work like that now. You said it yourself to some extent: in spite of everything, the state is increasingly a principle of privatisation, and the state absorbs representation. It isn’t about trying to oppose representation with the people directly presenting themselves in the streets. As it stands, the only means of opposing this permanent privatisation by the state are effectively the forms of autonomous protest by the people, an autonomous presence by the people. The only way to avoid there just being the state and the representative model which it absorbs, is for there to be another power with autonomous forms of existence. I’m not talking about a mass of people united by a homogenous will, but instead a strong movement of action which embodies a power which is the power of everybody and anybody. That is the very principle of existence and democracy and politics. And for me that is what is most essential today.

Following directly on, there are a couple of questions that question the distinction and opposition between democratic logic and state logic, giving current examples from Argentina (in 2012, that is). On one hand, the «Ley de Medios» (the Media Law) via which audiovisual monopolies (for example, the Clarín group’s monopoly) are regulated. On the other, conservative or reactionary elements protesting against the Kirchner government taking to the streets. These examples are cited to show situations in which the state struggles against oligarchy whilst the people in the occupied streets defend it – examples that supposedly throw into question or complicate the analysis proposed by Rancière.

Jacques Rancière

It is perfectly obvious that anybody can occupy the street and we have seen groups trying to use that position to impose private interests. I’m not saying that when people occupy the street that they are «the people», nor that everything that is spoken from the street is a good thing. There is the particular situation in several Latin American countries where states have attempted to impose constraints on certain economic influences and I am not against that.

But what seems fundamental to me is to discern whether the state limits itself to taking the minimal steps required of it or if it is really providing, in a wider sense, the means for another form of expression, for another expression. This would be the only way for us to escape the fight setting powerful interests and the state against each other as the only political actors. All the same, it’s certainly true that, there, Latin America has a certain particularity as compared to Europe, where there is an almost total integration of political power (the state, parliamentary representatiion) and financial power.

What does it mean to say «the power of anybody?» It means to take action in accordance with a capacity that belongs to everybody, to anybody. If you take to the streets to defend the rights of the company Clarín, you aren’t taking to the streets in the name of the democratic principle, but rather in the name of other principles: that there are those who are in the know and those who aren’t, etc. It doesn’t mean that whoever takes to the streets will be in the right. Speaking of the power of anybody is to take the side of the universal. The power of anybody means that there is a capacity that cannot be monopolized by any one group, be it the oligarchy or the «working class», who claims it as their own. There is no single group which represents the universal capacity, that of politics. There are principles we can use to think through this «anybody». We can ask ourselves, what is the principle of action that is playing out, in the here and now? So we have to set in motion a series of forms of investigation and assessment to put this differentiation to the test, to discern whether this «anybody» is a universal form or one of private interests.

Another question from the floor asks whether it is possible to really live in a true democracy or if we are always going to be living under oligarchies that dominate us, interspersed with brief intervals of popular protest.

Jacques Rancière

What the future holds for us, I don’t have the faintest idea. The point for me is to see that the present opens or closes doors to different futures, to think of the present as that which opens and closes these doors. There are those that think, like Tiqqun or the Invisible Committee, that only a type of catastrophe could pave the way for liberation. Then there is Toni Negri, for his part, who thinks that it is the very process of work under capitalist conditions that creates the conditions for future communism. There are groups who argue that objective conditions have to mature, that we have to create vanguards, and that in five thousand years the true revolution will come, etc.

To all of this I say No. I insist upon this alternative popular presence in response to the confiscation of the power of everyone by the state, or by powers associated with financial powers. The primary condition for another future is that we expand in the here and now the spheres of initiative based on a shared way of thinking, ways of shared decision-making, pockets of autonomy that can empower anybody. Where are the conditions for other futures that will not be a reproduction of the present? Here, in the present. Where will this lead? I do not know. What I do know is that an alternative to the present can be reached through the creation of other autonomous pockets of power and expression, of other ways of using the capacities of the anonymous. That is to say, by maintaining and renewing the forms of existence of a power that is not oligarchic.

Ernesto Laclau

I am going to make another contribution to the general confusion, by saying the following: Derrida and Deleuze both focused part of their analysis on the relationship of representation. Ostensibly they claim the opposite, but I think that this is what they are doing. Deleuze says that «representation presupposes presentation, but since this original presentation never appears, the representation too lacks meaning» Derrida says: «since no original presentation exists, all that exist are games of representation». This Derridean «presentation» introduces more possibilities for political analysis. It becomes clear that in a sense, where representation is concerned there is nothing «outside of the text». There is no radical «outside» of the field of representative politics. The construction of oppositions will have to be made from within the field of logic of representation.

This logic of representation can lead to oligarchic forms. Or alternatively, through the strategies that can be developed within the field of representation, a more radical democracy can be initiated. I don’t share the opinion that democracy exists outside of politics and that politics is something opposed to the state. Excepting, of course, the state in its current forms. But there is something in statist logic that escapes the already crystallised states that we are up against. It is the «part for those who have no part» which Jacques talks about, that is to say, the people who are at war with the system and that need to be brought to participate and have a voice through different means. All the same, I believe that this necessarily passes through a political construction process and through representative mechanisms.

Jacques Rancière

I don’t believe that there are original presentations, nor an original «people», nor an original popular will – be it voluntary or homogenous. Of course there aren’t. But there will always be people who take to the streets and say «we are the people» and this for me is democracy. Not in terms of all the people being united there in a literal sense, but rather that a «figure of the people» presents itself there. A «figure of the people» is the enactment of the capacity that does not belong to any particular group, to any particular vanguard, nor to any particular political science, but rather to the capacity of everybody, of anybody.

There is no such thing as political science, there is only governmental science. And it is commonly thought that governmental science (or the science of the polls) is political science. But really there are no political sciences, only presentations, presentations of politics, cases. Perhaps we call these representations, but we need to be careful of possible ambiguities here, because what they call representation – that is, the electoral game – is only one amongst various forms of presentation. There have to be others: the autonomous forms of presentation of an alternative power, above all when the parliamentary type of representation has become almost obsolete. And that must be made crystal clear.

– Many thanks to Mariela Singer, Verónica Gago and Jordi Carmona, without whose contributions this article would not have been possible. 

http://www.versobooks.com/blogs/2008-don-t-they-represent-us-a-discussion-between-jacques-ranciere-and-ernesto-laclau

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *