Ερμαφροδιτισμός: Μια κοινωνική και πολιτική προέκταση

xermaphrod sm

Με αφορμή το νομοσχέδιο για την ταυτότητα φύλου.

Για το θέμα του νομοσχεδίου που αφορά την ταυτότητα φύλου, έχουν γραφεί και ειπωθεί πάρα πολλά το τελευταίο διάστημα. Δεν έχουμε να προσθέσουμε κάτι. Θα προσπαθήσουμε να μιλήσουμε για τον ερμαφροδιτισμό, σαν ένα συνολικότερο κοινωνικό και πολιτικό φαινόμενο, το οποίο δεν το θεωρούμε φυσικό, τυχαίο και αθώο.

Σήμερα βλέπουμε ειδικά τη νέα γενιά, να μπερδεύει στην ομιλία της όχι απλώς ξένες λέξεις όταν μιλάει ελληνικά, αλλά να χρησιμοποιεί τη συντακτική και μορφολογική δομή άλλων γλωσσών, στη συνομιλία της στην ελληνική γλώσσα. Όμως η γλώσσα δείχνει τη συνείδηση. Μια γλώσσα που χάνει συνεχώς τα δομικά της γνωρίσματα, είναι μια γλώσσα ανθρώπων μπερδεμένων, στη σκέψη, την έκφραση και στο περιεχόμενο της επικοινωνίας. Είναι μια γλώσσα που δεν επιτρέπει στο νέο άνθρωπο να καταλάβει τί του συμβαίνει, σε μια ηλικία που αυτό είναι το πρώτο ζητούμενο για την πορεία της ζωής του. Είναι μια γλώσσα που δεν επιτρέπει στον συναισθηματικό κόσμο του νέου ανθρώπου να εκδηλωθεί και να γνωριστεί με τους κόσμους των γύρων του. Η αποδόμηση της γλώσσας, υποστηρίζεται αρχικά από το εκπαιδευτικό σύστημα, κατόπιν από τα Μ.Μ.Ε. και αναπαράγεται στα μέσα «κοινωνικής» δικτύωσης.

Αντίστοιχα με τη γλώσσα, τα νέα παιδιά, αλλά και οι ηλικιακά μεγαλύτεροι, μπερδεύουν ήθη, νοοτροπίες και συνήθειες, της πρόσφατης εγχώριας κουλτούρας, με τα Χολλυγουντιανά πρότυπα της παγκοσμιοποίησης.

Έτσι έχουμε τους λεγάμενους «σκυλοποπάδες», αλλά και αυτούς που μαϊμουδίζουν τους διάφορους «-άδες», κοντά τους και τους δηθεν-ίστας σε όλες τις παραλλαγές εις «-ίστας».

Στους πολιτικούς αυτοπροσδιορισμούς, συναντάμε για παράδειγμα δεδηλωμένους αριστερούς, με όλες τις τσέπες δεξιές.

Ένας ανάλογος αχταρμάς συμβαίνει και στα μεταφυσικά σαλόνια, όπου συγχέονται νεο- παραθρησκευτικές δοξασίες με αστρολογίες, γιόγκες με καφετζούδες και χαρτορίχτρες, σε έναν απίστευτο καταναλωτικό λίγο -απολισμό. Στους πιο «κουλτουροδιανοουμενέ» κύκλους, η μόνη απόλυτη αρχή είναι η σχετικοκρατία και το στρογγύλεμα των πάντων, για να τσουλάνε παντού και να κολλάνε με όλα.

Σε όλες σχεδόν τις ηλικίες, επικρατεί ένας εκτεταμένος ερμαφροδιτισμός. Τόσο πολύ πια που ντρέπεσαι να πείς τα πράγματα με τ’ όνομά τους. Να σκεφτείς με διαύγεια και να πάρεις μια ξεκάθαρη θέση. Να ξέρεις ποιος είσαι και τί θέλεις. Να πεις ένα ναι ή ένα όχι και να το υπερασπιστείς. Αυτό το πρόβλημα βγαίνει πρώτα και κύρια, στις ανθρώπινες σχέσεις. Γιατί άλλα λέμε, άλλα σκεφτόμαστε, άλλα κάνουμε και αλλιώς τα δικαιολογούμε. Έχει επικρατήσει αυτό το «δεν ξέρουμε τί θέλουμε» κι επομένως δεν ξέρουμε ποιο είναι το στίγμα μας, στην κάθε δεδομένη συγκυρία. Χωρίς θέση δεν υπάρχει σχέση, ούτε με τους άλλους, ούτε με τον εαυτό μας.

Αυτό όμως δεν κάνει κοινωνία, αλλά ένα θλιβερό τσίρκουλο, που όσο στρασσάτο, πολύχρωμο και βαβουριάρικο δείχνει, τόσο πιο κενό, άχρωμο και σκοτεινό είναι. Κι όταν η φιέστα τελειώνει, η ερημιά μέσα μας ξαναπλακώνει. Είμαστε στην «τσίτα» της επικοινωνίας με χίλια δυο μέσα, αλλά δεν ησυχάζουμε, γιατί λείπει η άμεση πραγματική σχέση. Έχουμε δεκάδες, ακόμα κι εκατοντάδες εικονικούς «φίλους», αλλά δεν έχουμε πραγματικούς φίλους δίπλα μας. Έχουμε την άνεση να γδυθούμε στις διαδικτυακές κάμερες μπροστά σε αγνώστους, αλλά δεν έχουμε το θάρρος να εκτεθούμε ούτε στους πιο κοντινούς μας ανθρώπους.

Λείπει το θάρρος, γιατί τη θέση του την έχει πάρει ο υπολογισμός, η συναισθηματική τσιγγουνιά. Δεν χαιρόμαστε, ούτε λυπόμαστε, δεν γελάμε, ούτε θρηνούμε με την καρδιά μας, με μια κουβέντα, δεν ζούμε. Σερφάρουμε εικονικά σε όλο τον κόσμο, αλλά δεν έχουμε δικό μας τόπο, είμαστε ανέστιοι. Δεν ανήκουμε πουθενά, γιατί απ’ όλο τον κόσμο αυτό που κρατάμε, είναι ό,τι μας κάνει καθρέφτη, με το αυτοείδωλό μας. Όμως, ο καθρέφτης του καθρέφτη και το είδωλο του ειδώλου, δεν μας δίνουν καμιά συνείδηση του εαυτού μας και του κόσμου. Το μόνο που δίνουν είναι μια σύγχυση χιλιάδων συνεχών ανακλάσεων, αυτό που λένε πληροφορίες. Εμείς νομίζουμε πως μπορούμε να ταξιδέψουμε τη ζωή μας πάνω στα φαντασιακά φουσκωτά ταχύπλοα του εγώ μας και του κόσμου εκείνου που του μοιάζει, για να πέσουμε τελικά στη σούπα της παγκοσμιοποιημένης ομογενοποίησης, εκεί που όλοι είμαστε ίδιοι κι επομένως αδυνατούμε να φανταστούμε πια, πως γίνεται ο καθένας – μία να είναι αλλιώς.

Εκτός που δεν έχουμε τόπο, δεν έχουμε ούτε χρόνο, με τη διπλή έννοια του προσωπικού και του κοινωνικού χρόνου. Στον προσωπικό, δεν δίνουμε χρόνο ούτε στους άλλους, αλλά τελικά ούτε στον εαυτό μας. Τρέχουμε να καλύψουμε ανάγκες και προτεραιότητες που δεν παράγονται από σχέση με τον εαυτό μας ή από ευθύνη σχέσης με τους οικείους μας, αλλά είναι προβολές που έρχονται από γύρω μας κι εμείς το ίδιο άκριτα συνήθως με τους υπόλοιπους, τις αναπαράγουμε.

Στον κοινωνικό και στον ιστορικό χρόνο, ολοένα και χάνουμε την επαφή μας μ αυτόν. Δεν νιώθουμε ότι αποτελούμε μια ιστορική συνέχεια ενός συγκεκριμένου πολιτισμού. Κινούμαστε σε ιστορικό κενό κι αφού δεν έχουμε ιστορικό χθες, δεν μπορούμε να έχουμε ούτε κοινωνικό αύριο.

Ενώ λοιπόν η μίξη φύλων, γλωσσών, πολιτισμών, μοιάζει να φέρνει τους ανθρώπους πιο κοντά, στην πραγματικότητα τους έχει απομακρύνει, όσο ποτέ ίσως άλλοτε. Κι αυτό γιατί τους αφαιρεί την ταυτότητα. Χωρίς ταυτότητα φύλου, φυλής, τάξης, έθνους, τόπου, οικογένειας, προσώπου, πολιτισμού και ιστορίας, δεν μπορεί να υπάρξει ετερότητα, άρα δεν μπορεί να υπάρξει σχέση.

Μήπως όμως χάνουμε αυτά, αλλά κερδίζουμε άλλα, όπως ατομικές ελευθερίες;

Μήπως γινόμαστε πιο ελεύθεροι και ανοιχτοί στον κόσμο;

Σήμερα προσπαθούν να μας κάνουν να ξεχάσουμε τα στοιχειώδη, για να μπορούν οι «αγορές» να μας πουλάνε ό,τι θέλουν. Προσπαθούν να ξεχάσουμε ότι ο άνθρωπος είναι κοινωνικό και πολιτικό όν. Κι αυτό δεν είναι μια αφηρημένη ταμπέλα. Ο τρόπος που αντιλαμβανόμαστε και βιώνουμε τον έρωτα, το θάνατο, την αγάπη, την ελευθερία και το κάθε μεγάλο θέμα της ζωής, είναι προϊόν μιας μακράς πολιτισμικής αλυσίδας, που πάει τόσο βαθιά στο χρόνο, όσο κι ο άνθρωπος. Στη ζωώδη σχεδόν κατάσταση, είμασταν ίδιοι. Μετά αρχίσαμε να ξεχωρίζουμε και δημιουργήσαμε αυτή την τεράστια πολιτισμική ποικιλότητα, ανάλογη με τον τρόπο που αντιλαμβάνονταν κάθε λαός τον κόσμο και την ύπαρξή του μέσα σ’ αυτόν. Οι πολιτισμοί διαμορφώθηκαν με βάση τα φυσικά όρια, με σεβασμό σε αυτά. Η παραβίαση των φυσικών ορίων, θεωρούνταν ύβρις απέναντι στη ζωή και η ύβρη γεννά την αφροσύνη. Ο σημερινός πολιτισμός έχει ξεφύγει τόσο πολύ από τη φύση, ώστε να αποτελεί μια ύβρη σχεδόν στο σύνολό του. Η αποστασία του από τους κανόνες της ζωής, έφερε τη χειρότερη ζούγκλα για τον άνθρωπο και το περιβάλλον.

Γιατί η ζούγκλα του ανταγωνισμού δεν έχει κανόνες και όρια, όπως η φυσική ζούγκλα. Σήμερα ο ατομικισμός και ο άκρατος ανταγωνισμός, έχουν «χτυπήσει κόκκινο». Όλες οι σημερινές ατομικές ελευθερίες και τα δικαιώματά τους, τροφοδοτούν τον ατομικισμό και τον ανταγωνισμό του, ενώ είναι απόλυτα συστοιχισμένα με την αυθαιρεσία και την ασυδοσία των πολυεθνικών. Γι’ αυτό τον λόγο καταργούν τα συλλογικά δικαιώματα και στη θέση τους προβάλλουν τα ατομικά. Ο στόχος είναι να χαθεί κάθε είδους συλλογική συνείδηση. Μαζί της μοιραία και η αυτοσυνείδηση, ο ιδιαίτερος τρόπος που προσλαμβάνει ο καθένας τις συλλογικές ιδιότητες και συγκροτεί την προσωπικότητά του.

Δεν θέλουν κοινωνίες, θέλουν άτομα, απομονωμένα και ψυχωτικά. Όχι αυτόβουλα, αλλά βουλιμικά, που όσο καταναλώνουν τόσο πεινάνε, γιατί μέσα τους είναι άδεια.

Γιατί η μεγαλύτερη φυλακή, είναι η κοινωνική αναπηρία. Είναι να μην μπορούμε ν’ ακούσουμε τον διπλανό μας, να μην μπορούμε να μπούμε στη θέση του κι αυτός στη δική μας, να μην μπορούμε να δώσουμε, χωρίς υπολογισμό άμεσου ατομικού κέρδους, να μην μπορούμε να μοιραζόμαστε, να πλουτίζουμε από την προστιθέμενη αξία της σχέσης, της κοινωνίας με τους άλλους.

Αναπόφευκτη συνέπεια του ερμαφροδιτισμού, είναι η στειρότητα. Στειρότητα στη σκέψη, στο λόγο, στο συναίσθημα, στις σχέσεις, στη δημιουργία.

Σήμερα βλέπουμε να απελευθερώνεται η συναισθηματική έκφραση, χωρίς αναφορά σχέσης με τους άλλους.

Κάτι ανάλογο συμβαίνει και στην τέχνη, το κοινωνικό και φυσικό περιβάλλον αποτελεί απλώς το φόντο της «απελευθερωμένης» έκφρασης. Ο κόσμος όλος, γίνεται εργαλείο μιας έκφρασης απελευθερωμένης από κάθε συναίσθηση του περιβάλλοντος της, αλλά φυλακισμένης στους καθρεφτένιους τοίχους της εγωπάθειας. Μόνο που στους καθρέφτες αυτούς, δεν βλέπει κανείς τον εαυτό του, αλλά τις προβολές που του παίζει το σύστημα.

Η στειρότητα, βρίσκει υποκατάστατο στην αδυσώπητη κατανάλωση. Αλλά την κορύφωση της καταναλωτικής μανίας, αποτελεί η «ανθρωποφαγική» κατανάλωση ανθρώπων από ανθρώπους. Μόνο εκεί ικανοποιείται προσωρινά το έλλειμα δημιουργίας.

Μάλιστα όσο πιο βαθιά η ερμαφρόδιτη στειρότητα, τόσο πιο αχόρταγη η «ανθωποφαγία». Η ατομικιστική χειριστικότητα και η χρησιμοθηρία, αφενός φτιάχνουν κάθε τόσο καινούργιες οικονομικές φούσκες για τον καπιταλισμό και αφετέρου κάνουν τους ανθρώπους αυτόδουλους, στην κόλαση μιας ανταγωνιστικής δίνης που στο τέλος τους καταπίνει όλους, αφού πρώτα έχει τσακίσει κόκαλα κι έχει ρουφήξει μεδούλια.

Η συστημικά χειραγωγημένη ατομιστική απελευθέρωση, καταργεί τη μοναδικότητα του προσώπου και οδηγεί τα ματαιόδοξα εγώ, στην «προκρούστεια κλίνη» που παράγει συνεχώς ανθρώπους ανάπηρους κι ολόιδιους.

Η φυσική εξαίρεση του ερμαφροδιτισμού στα φύλα, τείνει να γίνει κανόνας σε όλες τις εκφάνσεις της κοινωνικής ζωής και υπαίτιος αυτής της μετάλλαξης είναι το καπιταλιστικό σύστημα.

Η πραγματική απελευθέρωση ανθρώπων και λαών, κατακτιέται με αγώνες και συχνά με θυσίες, δεν χαρίζεται κι ακόμα περισσότερο, δεν προκατασκεύαζεται από το ίδιο το σύστημα.

ΟΜΑΔΑ ΛΟΓΟΥ ΔΑΙΜΩΝ

http://www.ergatikosagwnas.gr/arthra/arthra-analysis/1505-ermafroditismos-mia-koinoniki-kai-politiki-proektasi

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *