ΑΝΤΟΝΕΝ ΑΡΤΩ (ANTONIN ARTAUD) – Μέγας αιρετικός

ANTONIN ARTO GR7

Αρτό σε λένε Αντονέν

Μέγας αιρετικός, όντας μέσα στη δίνη ενός εκ των πλέον αιρετικών και ανατρεπτικών κινημάτων, του Σουρεαλισμού, ο Αντονέν Αρτό (1896-1948) διέγραψε μία απίστευτα εμπνευσμένη, ξεπερνώντας τα συνήθη λογοτεχνικά όρια, πορεία.

Συνώνυμο της λέξης «πρωτοπορία», ο Αρτό τράβηξε κυριολεκτικά την τέχνη από τα μαλλιά, την οδήγησε στον έσχατο βωμό της άρνησης κάθε προσδιορισμού, κάθε ταυτότητας και συγκατάβασης.

Ο Αντονέν Αρτό, ποιητής και θεωρητικός μίας νέας μορφής θεάτρου, μυθιστοριογράφος, σεναριογράφος, τοξικομανής, παρανοϊκός. Μα υπεράνω όλων ένας αγνός ανθρωπιστής. Η γραφή του είχε ως στόχο να καταστρέψει όλη την επικοινωνιακή δομή και να φέρει στη θέση της το tremens μιας άμεσης σπλαχνικής εμπειρίας.

Ο Αρτό γεννήθηκε στη Μασσαλία. Από πολύ μικρή ηλικία εμφάνισε δείγματα κακής υγείας. Στην ηλικία των τεσσάρων ετών προσβλήθηκε από μηνιγγίτιδα. Μεγαλώνοντας του διέγνωσαν νευραλγία και περνούσε μεγάλες περιόδους κατάθλιψης. Οντας έφηβος οι γονείς του (η μητέρα του είχε ελληνικές ρίζες) αναγκάζονταν να τον διατηρούν έγκλειστο για πολύ μεγάλα διαστήματα σε διάφορα σανατόρια. Στην επιστράτευση του 1916 ο Αρτό απαλλάχτηκε ως υπνοβάτης. Σχολεία του αποδείχτηκαν όλα εκείνα τα ψυχιατρικά ιδρύματα μέσα στα οποία εμβάθυνε στο έργο του Ρεμπό, του Μποντλέρ και άλλων ιδιαίτερα σημαντικών ποιητών. Το 1920 εγκαταστάθηκε στο Παρίσι, όπου σχετίστηκε με το σουρεαλιστικό κίνημα, στο οποίο εισχώρησε και επέδρασε καταλυτικά, και για τον λόγο αυτό -δεδομένης και της αντίθεσής του στη σχέση του κινήματος με το Κομμουνιστικό Κόμμα- αποβλήθηκε ηρωικά λίγο αργότερα.

Το 1948 διαγνώστηκε πως είχε προσβληθεί από καρκίνο και πέθανε την ίδια χρονιά από θανατηφόρα δόση ενός φαρμάκου. Η υπόνοια της αυτοκτονίας εξακολουθεί να τον συνοδεύει.

Ο Αρτό ταξίδεψε με σπασμένο μονόξυλο στον ωκεανό του γκροτέσκου μυστικισμού, των ουσιών και των πρωτοφανών σημασιών που κληρονόμησε ο ίδιος ρισκάροντας στη διανόηση, στην έρευνα και στη δημιουργία – με φάρο και οδηγό, πάντοτε, την Πνευματική Απελπισία. Δημιούργησε ένα εξαιρετικά πρωτότυπο ποιητικό και πεζογραφικό έργο.

Την εποχή που οι «συλλογικότητες» έδειχναν πως, έστω και παροδικά, κατάφερναν τη δυνατότητα μιας σχετικά σίγουρης και συμπαγούς έκφρασης χρήσιμων ιδεών, ο Αρτό κυριολεκτικά τα βρόντηξε απαξιώντας να συμμετάσχει σε κάθε τι «συλλογικό» που -όχι άδικα- πίστευε πως δεν ήταν σε θέση να εκφράσει κάτι ουσιωδώς συγκεκριμένο. Υπάρχει και μία συγγενική, με αυτόν τον σχολιασμό, κατάθεση του ιδίου: «… η διαφορά με τους σουρεαλιστές είναι ότι αυτοί αγαπούν την ζωή τόσο όσο εγώ την περιφρονώ…». Σχοινοβασία στο απόλυτο κενό και όχι μετα-ερωτικό μίσος, σαν εκείνο που αβγατίζει στα εκατομμύρια των εκδόσεων.

Ο Αρτό ήταν ένας, από τους μετρημένους στα δάχτυλα των δύο χεριών, εκφραστής της καθαρής επιθυμίας και της απόλυτης ελευθερίας στην ιστορία της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας του 20ού αιώνα. Ακόμη και στις μέρες μας παραμένει στην περίμετρο της λογοτεχνικής γεωγραφίας.

Τον Αρτό δεν μπορούμε να τον συνοψίσουμε με ασφάλεια, και αυτή είναι τρανή επιβεβαίωση της αξίας του. Αξιο τέκνο της Μούσας, με ταπεινότητα, πίστη και όραμα ανατινάχτηκε αυτοβούλως με τα εκρηκτικά που ο ίδιος είχε τοποθετήσει στα θεμέλια της δημιουργίας του. Δεν είναι λοιπόν ένας λογοτέχνης που αρκεί απλώς να τον θυμόμαστε, αυτό θα ήταν αστείο· μα και να τον μιμηθεί στην τόλμη κανείς μοιάζει πάλι απίθανο(;):

«Αναζητούσα ένα νέο έργο που θα αιχμαλωτίζει ορισμένα οργανικά σημεία της ζωής/ένα έργο/μέσα στο οποίο θα νιώθαμε ολόκληρο το νευρικό σύστημα/να φωτίζεται σαν πυρακτωμένη λάμπα/από δονήσεις/μια ομοβροντία/που θα καλούσε/τον άνθρωπο/ΝΑ ΕΞΕΛΘΕΙ/με το σώμα του/να αναζητά τη νέα του/μυστήρια και ακτινοβόλα Επιφάνεια στον ουρανό».

Μία μορφή έκφρασης της απόλυτης ανάγκης για επαναπροσδιορισμό των πάντων.

«Ενας κόσμος που μέρα νύχτα τρώει όλο και περισσότερο αυτά που δεν τρώγονται, για να φέρει σε πέρας την κακή του πρόθεση, δεν έχει παρά να το βουλώσει».

Γιάννης Λειβαδάς

πηγή: http://www.enet.gr

Antonin Artaud 5

«Πλανόδιον» αφιέρωμα στον Αντονέν Αρτώ

Ενας κόσμος που μέρα νύχτα τρώει όλο και περισσότερο αυτά που δεν τρώγονται, για να φέρει σε πέρας την κακή του πρόθεση, δεν έχει παρά να το βουλώσει… Παρά την προτροπή του Αντονέν Αρτώ, ο κόσμος αυτός όχι απλώς δεν το βούλωσε, αντίθετα έγινε εξωφρενικά πιο φλύαρος, αφόρητα επιφανειακός. Τον Αντονέν Αρτώ (1896-1948) τον μεγάλο αιρετικό στοχαστή της επιθυμίας και της απόλυτης ελευθερίας ο οποίος διέγραψε μια απίστευτα εμπνευσμένη πορεία, ο κόσμος δεν έχει λόγους να τον θυμάται συχνά φέρνοντάς τον στη σκηνή του. Υπ’ αυτήν την έννοια είναι πολύ ενδιαφέρον το εγχείρημα του περιοδικού «Πλανοδιον» να αφιερώσει την κεντρική θέση των σελίδων του στη μορφή και το έργο αυτού του εξεγερμένου ανθρώπου. Αντονέν Αρτώ: Εξέγερση και Ουτοπία είναι ο τίτλος του αφιερώματος όπου ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη λιγότερο γνωστή πλευρά του.

Τις μεταφράσεις, με τις πλούσιες εισαγωγές και τα σχόλια φιλοτέχνησαν τρεις νέοι δημιουργοί, ο ηθοποιός, σκηνοθέτης και δραματουργός Ήλιος Σαγίς, ο λογοτέχνης Ζ.Δ. Αϊναλής και η φιλόλογος και μεταφράστρια Ειρήνη Παπαδοπούλου. Την ανθολόγηση της ποίησής του συμπληρώνουν δύο κλασικά δοκίμια Γάλλων συγγραφέων: το «Αρτώ» του Μωρίς Μπλανσώ και το «Αντονέν Αρτώ ή Το μεξικάνικο όνειρο» του Ζαν-Μαρί Λε Κλεζιό. Το αφιέρωμα συνοδεύεται από ένα εκτενές και εμπεριστατωμένο «Σχεδίασμα βιογραφίας» καθώς και βασική βιβλιογραφία του Αρτώ στα γαλλικά και ελληνικά. Ο Αρτώ γεννήθηκε στη Μασσαλία. Από πολύ μικρή ηλικία εμφάνισε δείγματα κακής υγείας. Σε ηλικία τεσσάρων χρόνων προσβλήθηκε από μηνιγγίτιδα. Μεγαλώνοντας του διέγνωσαν νευραλγία και περνούσε μεγάλες περιόδους κατάθλιψης. Όντας έφηβος οι γονείς του αναγκάζονταν να τον διατηρούν έγκλειστο για πολύ μεγάλα διαστήματα σε διάφορα σανατόρια. Σχολεία του αποδείχτηκαν όλα εκείνα τα ψυχιατρικά ιδρύματα μέσα στα οποία εμβάθυνε στο έργο του Ρεμπό, του Μποντλέρ και άλλων ιδιαίτερα σημαντικών ποιητών. Το 1920 εγκαταστάθηκε στο Παρίσι, όπου σχετίστηκε με το σουρεαλιστικό κίνημα, στο οποίο και επέδρασε καταλυτικά. Ένα δείγμα της γραφής του: «Εκεί όπου οι άλλοι υποκρίνονται ότι παρουσιάζουν έργα και ποιήματα εγώ δεν προτίθεμαι παρά να εκθέσω το πνεύμα μου γυμνό.

Ζωή σημαίνει να σε καίνε τα ερωτήματα.

Δεν αντιλαμβάνομαι το έργο σαν ξεκομμένο απ’ τη ζωή.

Δεν μ’ αρέσει η ξεκομμένη απ’ τη ζωή δημιουργία. Άλλωστε, δεν αντιλαμβάνομαι, δεν μπορώ ν’ αντιληφθώ το πνεύμα σαν ξεκομμένο απ’ το πνεύμα. Κάθε ένα από τα έργα μου, κάθε ένα από τα εσωτερικά μου επίπεδα, κάθε μία από τις ψυχρές ανθοφορίες της ψυχής μου επικαλύπτουνε, θαρρείς, με κάτι σαν γλοιό ολόκληρο το είναι μου.

Γι αυτό και μπορώ να με βρίσκω τόσο μέσα σ’ ένα γράμμα προορισμένο να εξηγήσει το ενδόμυχο σημείο αιχμής του είναι μου και τον υπέρλογο ευνουχισμό της ζωής μου όσο και μέσα σ’ ένα δοκίμιο εξωτερικό του εαυτού μου και το οποίο φαντάζει στα μάτια μου σαν μία κύηση αδιάφορη προς το πνεύμα μου.

Υποφέρω που το Πνεύμα δεν βρίσκεται εντός της ζωής και που η ζωή δεν είναι το Πνεύμα, υποφέρω από το Πνεύμα-όργανον, από το Πνεύμα-μετάφραση, το Πνεύμα-φόβητρο που με βία εγγράφει τα πράγματα εντός του Πνεύματος.

(Από τη συλλογή Ο ομφαλός των φύλλων [1925])

πηγή: http://www.avgi.gr

σκατά στο πνεύμα

μετάφραση: αλέξανδρος ζήτα

δημοσιεύτηκε απ’ τις εκδόσεις discordia

Μετά τον ρομαντισμό,

ο συμβολισμός,

ο ντανταϊσμός,

ο σουρεαλισμός,

ο λετρισμός

και ο μαρξισμός,

δηλαδή εκατό “σχολές” πολιτικής, φιλοσοφικής και λογοτεχνικής ανατροπής, υπάρχει μια λέξη, ένα πράγμα, που έμεινε όρθιο, μια αξία που έμεινε αναλλοίωτη, που διατήρησε σε πείσμα όλων την υπεροχή της, είναι η λέξη και το πράγμα πνεύμα,

η αξία που προσδίδεται στο πνεύμα,

η αξία του πράγματος πνεύμα,

λες και θ’ αρκούσε να προφέρουμε την μαγνητική αυτή λέξη,

λες και θ’ αρκούσε να την αφήσουμε να ξεπηδήσει στη γωνιά μιας σελίδας, για να έχουν ειπωθεί όλα.

Σαν να εννοείτο, πράγματι,

και σαν αρχή και σαν ουσία, ότι το πνεύμα είναι η έμφυτη έννοια, η αξία υπόδειγμα,

η λέξη κορυφή,

που από το σημείο αυτό και πέρα, ο παλιός αταβιστικός αυτοματισμός του ζώου που ονομάζεται άνθρωπος θα έπαυε να κλυδωνίζεται.

Γιατί το φορείο θα ήταν καλά στερεωμένο στη θέση του.

Παντού ήταν αναμφισβήτητο, μετά από, δεν ξέρω κι εγώ πόσα, χρόνια Καββαλισμού, ερμητισμού, μυσταγωγίας, πλατωνισμού και ψυχουργίας,

ότι το σώμα είναι τέκνο του πνεύματος, του οποίου φαίνεται να είναι η διόγκωση,

το σύμφυρμα ή ο μαγικός σωρός

και πως δεν μπορούμε να αντιληφθούμε σώμα που να μην είναι, στο τέλος της φυσικής πορείας, η κατάληξη μιας σκοτεινής σύζευξης του πνεύματος με την ίδια του τη δύναμη, το όριο μιας διαδρομής επιλεγμένης απ’ το ίδιο το πνεύμα κατά την πορεία του,

σαν να μην μπορούσε να υπάρχει σώμα, εάν δεν υπήρχε κάπου το πνεύμα,

σαν η κατάσταση που αποκαλείται σώμα, το πράγμα που ονομάζουμε σώμα, να ήταν ουσία και φύσει κατώτερο από την κατάσταση πνεύμα και να πήγαζε απ’ αυτήν.

Σαν το σώμα να ήταν η άμαξα και το πνεύμα, το άλογο, που οδηγείται από ένα άλλο πνεύμα που ονομάζεται αμαξάς.

Σαν το σώμα να είναι οι εργάτες του εργοστασίου και το πνεύμα, το αφεντικό, το οποίο έχει επινοήσει το αλυσσόδεμα των εργατών στη διαδικασία παραγωγής.

Σαν το σώμα να ήταν το κορμί όλων των στρατιωτών που σκοτώνονται υπό τις διαταγές αυτού του μεγάλου πνεύματος, του Στρατηγού, που τους στέλνει να σφαγιασθούν.

Σαν να ήταν αυτονόητο για τη ζωή ότι το σώμα είναι αυτή η βρωμερή ουσία μέσα στην οποία το πνεύμα κάνει το ποδόλουτρό του, όπως ένας καπουτσίνος ξεπλένει τις μπότες του μέσα στο λουτρό αίματος του πολέμου.

Και το σώμα δεν έχει παρά να το βουλώσει.

Θα ήθελα να δω το σώμα ενός πνεύματος να οργανώνει τα μελλοντικά του κοιμητήρια.

Αλλά πιο πριν, θα ήθελα να μιλήσω για τους εφιάλτες.

Αστεία ανακολουθία, δεν είναι;

Να περνάς έτσι ξαφνικά και κτηνώδικα από το πνεύμα στους εφιάλτες.

Οι εφιάλτες προέρχονται απ’ τους παλιανθρώπους, απ’ όλους τους αρνητές του σώματος,

απ’ όλους τους πλήρεις πνεύματος, που ασκούν μαγεία για να ζήσουν και που δεν έχουν βιώσει παρά μόνο πνεύμα, δηλαδή τη μαγεία.

Χωρίς τους υποστηρικτές της καθαρότητας του πνεύματος,

του καθαρού πνεύματος σαν αρχή των πραγμάτων και του Θεού ως καθαρού πνεύματος,

δεν θα υπήρχαν εφιάλτες.

Και όλοι βέβαια, από τότε που υπάρχει η γη, έχουν να παραπονεθούν για έναν εφιάλτη, να του προσάψουν, μόλις ξυπνήσουν, ότι τους βασάνισε τη νύχτα, χωρίς όμως να δώσουν μεγαλύτερη σημασία,

χωρίς να δώσουν προσοχή στην σοβαρότητα του γεγονότος.

Δεν γνωρίζουν ότι ο εφιάλτης είναι η είσοδος του παραλογισμού από το κενό,

η αναρχία μέσα στην κανονική λογική του μυαλού τους,

το δηλητήριο που ρίχνεται στην ευμάρεια, μια παρέμβαση από κάτω προς τα πάνω, ότι είναι η σταγόνα του μίσους κάποιου άλλου, που κυλάει στη βραδυνή αναπνοή τους, η ενστάλαξη μιας νύμφης του πνεύματος, ένα δάκρυ καθαρού πνεύματος που αθόρυβα εισήχθη στο σώμα τους, από κάθε τι που είναι αδυναμία, απουσία, κενό, μίσος, αρρώστια ή επιθυμία.

Ο εφιάλτης λοιπόν, για την πλειοψηφία των κοιμωμένων στη γη δεν είναι παρά μια ωραία ιστορία που διηγούνται μόλις πεταχτούν απ’ το κρεβάτι.

Κάτι σαν διήγημα του Έντγκαρ Πόε, του Ερμάν Μελβίλ, του Χόφμαν, του Λαμότ Φουκέ, του Ναθαναέλ Χώθορν, του Λιούις ή του Καμίσο,

των οποίων το όνειρό τους παρέχει το υλικό για την απεικόνιση τάχα της ζωής,

αλλά δεν υποψιάζονται,

δεν αντιλαμβάνονται,

πως κάποιοι άνθρωποι ψάχνουν μεθοδικά, μέσα στο όνειρο, τον τρόπο για να σταματήσουν τη ζωή, να αποκτήσουν αυτοί οι ίδιοι ζωή, εις βάρος της στρεβλωμένης αγωνίας του κοιμώμενου που αυτοί έχουν κυριεύσει.

Με ποιο τρόπο;

Επωφελούμενοι απ’ τον ύπνο του ανθρώπου,

από την χαλάρωση που προσφέρει ο ύπνος στον άνθρωπο, για να ξεριζώσουν από τη φυσιολογική ροή του μοριακού τρόπου ύπαρξης ενός ανθρώπου, μια μικρή φέτα ζωής, ένα μικρό αιμάτινο δίκτυο ατόμων που θα τους χρησιμεύσει για να θρέψουν τη δική τους ζωή.

Ένας εφιάλτης δεν είναι ποτέ τυχαίο συμβάν, αλλά συμφορά ολόδική μας, ξαμολημένη από μια πουτάνα, από το στόμα ενός βαμπίρ που μας βρίσκει πολύ πλούσιους σε ζωή και που δημιουργεί, με ορισμένες σταλαγματιές αλληλεπιδράσεων μέσα στις σκέψεις μας,

καταστροφικά κενά στις διαδρομές των αναπνοών του κοιμώμενου σώματός μας το οποίο νομίζει ότι έχει γλιτώσει από τις έγνοιες.

Είναι οι άνθρωποι λοιπόν που δημιουργούν αυτούς τους εφιάλτες, αλλά αυτοί οι άνθρωποι είναι πνεύματα που θέλησαν να παραμείνουν στο πνεύμα χωρίς να προχωρήσουν πιο μακριά στη ζωή.

Και τι είναι το πνεύμα;

Το πνεύμα πραγματικά.

Εννοώ πέρα από τη Φιλοσοφία.

Και γιατί το σώμα να προέρχεται από το πνεύμα και όχι το πνεύμα από το σώμα;

Γιατί το πνεύμα να περιέχει τις αξίες και το σώμα να θεωρείται απλώς η άθλια κατοικία τους, η υλική τους ενσάρκωση;

Λες και υπήρξε ποτέ κάποιο μυστήριο που ονομάζεται ενσάρκωση.

Ποια σχέση υπάρχει ανάμεσα στο σώμα και το πνεύμα;

Αν σκεφτούμε καλά, καμία.

Γιατί το σώμα ξέρουμε τι είναι, αλλά το πνεύμα,

ποιος είπε πως ήταν η αρχή εκείνου απ’ όπου ξεπηδά ό,τι υπάρχει στη ζωή;

Είναι το πνεύμα που έχει τα δεδομένα.

Μέσα σ’ αυτό είναι που βλέπουμε τις ιδέες, τα μητρικά αυτά μαστάρια απ’ τα οποία τρέφεται ο,τιδήποτε έχει ενέργεια.

Αλλά, μας την σπας, Πλάτωνα. Και σεις, Σωκράτη, Επίκτητε, Επίκουρε, Καντ, ακόμα κι εσύ Καρτέσιε.

Γιατί μπορούμε εύκολα ν’ αντιστρέψουμε το πρόβλημα και να πούμε πως το πνεύμα δε θα είχε υπάρξει, ούτε οι αξίες και τα δεδομένα του, αν το σώμα, που τις διέδωσε, δε βρισκόταν εκεί, τη στιγμή που το πνεύμα, πάντα βρισκόμενο σε ακινησία, αρεσκόταν απλώς να τις κοιτάζει, περιμένοντας να τις σοδομίσει απ’ την πρώτη στιγμή.

Αφού χωρίς την αρχή του σοδομισμού, δεν θα απέμενε πλέον στο πνεύμα παρά να αδειάσει εξίσου τη γη και το μεγάλο κενό των πλανητών, το οποίο ο Πλάτωνας, αυτός ο θλιβερός ημιμαθής, νόμισε κάποια μέρα ότι ήταν επιπλωμένο με ιδέες, που κανείς ποτέ δεν συνάντησε.

Γιατί το πνεύμα είναι μια πομφόλυγα, μια απάτη.

Ένα είδος στοιχειωμένου καπνού που δε ζει παρά μόνο απ’ ό,τι απομυζά από το σώμα, για να κάνει με κόπο μια κίνηση και όχι μια σκέψη ή μια υπόθεση.

Γιατί τι είναι αυτές οι σκέψεις, οι υποθέσεις, οι αξίες και οι ιδιότητες;

Έννοιες χωρίς ζωή που υλοποιούνται μόνο όταν το σώμα τις αποβάλει, δημιουργώντας μια μεγάλη εφίδρωση για να τις αναγκάσει να το εγκαταλείψουν.

Γιατί το σώμα δεν έχει ποτέ ανάγκη να του προσδιορίσουμε τι έκανε.

Χωρίς τις καθημερινές λειτουργίες του σώματος, δεν θα γεννιόταν ποτέ καμιά σκέψη και δεν είναι από το σώμα που γεννιέται, αλλά ενάντιά του, με την ευκαιρία μιας κίνησης δικής του, της οποίας η σκέψη, δηλαδή η σκιά, θέλησε να ζήσει από μόνη της, υπό την επήρεια των λεγόμενων πνευμάτων.

Αυτών των εξόριστων αερικών που ήθελαν να αποκτήσουν υπόσταση χωρίς όμως να κοπιάσουν για να την κερδίσουν.

Όταν κάποιος δεν έχει σώμα και είναι ένα τίποτα, όταν δεν έχει ακόμα αναπνεύσει, απαιτείται φοβερή θέληση για να καταφέρει να κατασκευάσει ένα τέτοιο σώμα και να κατακτήσει μ’ αυτό τη δυνατότητα να αναπνέει καθολικά.

Και αυτό δεν είναι θέμα σκέψης, αλλά μιας τρομερής φρίκης την οποία πρέπει να υπερπηδήσει.

Σ’ αυτό το σημείο είναι που ψόφησε ο μεγάλος αγύρτης,

ο απατεώνας,

ο μέγας γαμημένος από την πλημμύρα των καθαρών ουσιών,

που ως αρχή και ουσία και χωρίς σώμα για να τους αντισταθεί, δεν είναι παρά η τρύπα του αιώνιου περάσματος κάθε σκέψης ή υπόθεσης για ύπαρξη,

ο Θεός,

πνεύμα καθαρό, σκιά και δυνητικότητα.

Πολύ δειλά για να επιχειρήσουν να αποκτήσουν σώμα, τα πνεύματα, πτητικά αέρια, πιο ελαφριά και από κάθε επεξεργασμένο σώμα,

περιφέρονται στο στερέωμα ή στο κενό και η απουσία ζωής, το κενό τους, η απέραντη νωθρότητά τους τα περιορίζει στο πνεύμα.

Βλέποντας το σώμα του ανθρώπου να υπερτερεί, κατέληξαν να φαντάζονται ότι το ξεπέρασαν.

Για να μη περιφρονηθούν και απωθηθούν από τον άνθρωπο,

προσπάθησαν να προσδώσουν σ’ αυτό το κενό που αποκαλούμε πνευματική κατάσταση, στον ευνουχισμό του σώματός τους, αρσενικού ή θηλυκού, στην αδυναμία τους να αναγνωρίσουν ο,τιδήποτε έχει ζωή

και ενέργεια, ένα είδος επικίνδυνης σεμνότητας που στηρίχτηκε στην πιο βρωμερή μαγεία.

Το πνεύμα δεν υπήρξε ποτέ τίποτα άλλο από το παράσιτο του ανθρώπου, το σαράκι που άξιζε στο σώμα του, από τη στιγμή που δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα ζωύφιο που δε θέλει να αναγνωρίσει την αξία της ζωής του.

Αλλά πώς ξεπετάχτηκε μια μέρα μέσα από τα αποκρουστικά αυτά βδελύγματα ο Θεός;

Αυτό η Ιστορία δεν το απεκάλυψε ποτέ.

* * *

Και λέω, ΣΚΑΤΑ ΣΤΟ ΠΝΕΥΜΑ.

Γνωρίζω καλά, από ποιες οργιώδεις περιπτύξεις των νυφών κατέληξε το πνεύμα να υπερισχύσει του σώματος, το οποίο ήταν προγενέστερο.

Γνωρίζω καλά ότι αυτό που αποκαλούμε πνεύμα δεν είναι παρά ένας πολτός χωρίς ύπαρξη, που απαξίωσε να σαρκωθεί και, για να αποκτήσει σώμα και να εξασφαλίσει την τροφή του, στηρίχθηκε πάνω σ’ αυτό που θα έχαναν τα εν ζωή σώματα, στηρίχθηκε πάνω στα σώματα που θα αφαίμασσε.

Το σώμα που εργάζεται δεν έχει χρόνο να σκεφθεί και να παράξει, καθώς λένε, ιδέες.

Οι ιδέες είναι απλώς το κενό του σώματος.

Αλληλεπιδράσεις απουσίας και έλλειψης ανάμεσα σε δυο κινήσεις καταυγάζουσας πραγματικότητας, που το σώμα με την παρουσία του δεν έπαψε να επιβάλλει.

Δεν είναι μόνο ότι η ύλη ενεργοποιήθηκε πριν τη σκέψη,

είναι κυρίως ότι δεν ενεργοποιήθηκε,

δεν κατευθύνθηκε ποτέ προς το μέρος όπου η ψυχική αντίληψη σκιρτά, στο μέρος όπου εκδηλώθηκε η ζωή, διαλεκτική ή συλλογιστική, στο μέρος όπου η κουλτούρα κατόρθωσε να ξεκινήσει.

Είναι ότι το σώμα υπήρχε ανέκαθεν, το σώμα, και ότι ο τρόπος ζωής και ύπαρξής του δεν είχε ποτέ να κάνει με το πνεύμα ή τη σκέψη, ούτε καν μ’ αυτό που αποκαλούμε ψυχή.

Το σώμα είναι ένα γεγονός που δεν έχει ανάγκη από ιδέες ή ευαισθησίες, αλλά που, απ’ τα βάθη της άραχλης σπηλιάς του, εποπτεύει τη στιγμή που ακόμα και η καρδιά δεν έχει το χρόνο να αισθανθεί ότι υπάρχει.

Πράγμα που σημαίνει ότι, όταν βλέπω τον Κλωντέλ [Πωλ Κλωντέλ (1868 – 1955): Γάλλος ποιητής και θεατρικός συγγραφέας, επηρεασμένος από τον χριστιανισμό.] να ζητά τη βοήθεια των πνευμάτων των αρχών του αιώνα, μπορώ ακόμα να επιτρέψω στον εαυτό μου να γελάσει, αλλά όταν βλέπω στον Καρλ Μαρξ ή στον Λένιν την λέξη πνεύμα, σαν την ίδια και απαράλλαχτη παλιά αξία, όταν βλέπω την επίκληση της αιώνιας αυτής οντότητας σαν σημείο αναφοράς των πραγμάτων λέω στον εαυτό μου ότι υπάρχει λέρα και παρτούζα και πως ο Θεός έγλειψε τον κώλο του Λένιν

και πως πάντα έτσι γινόταν

και πως δεν αξίζει να συνεχίσω,

δεν πειράζει,

είναι μόνο

ένας γαμημένος λογαριασμός

που πρέπει να τακτοποιηθεί.

 

Γράμματα στη Génica Athanasiou

Κι αν ποτέ η ζωή μας χώριζε, οι ψυχές μας θα

μπορούσαν να επουλωθούν με τον καιρό, αλλά

θα έμεναν κατώτερες.

 

τη θαμπή απόχρωση του δέρματός σου και τα λαμπερά

σου μάτια, σαν ένα νερό μέσα από φρέσκα φύλλα.

 

Η ζωή μου όλη είναι κόλαση, εάν δε μου γράφεις. Θέλεις

να έχεις ελέυθερη τη ζωή σου, θα την έχεις, μα δεν θα

σου φέρει ευτυχία το να την αρχίσεις με τη ρημαγμένη

ζωή ενός ανθρώπου στο κατώφλι σου. κι αυτός να είμαι εγώ.

 

Έξω από σένα δεν θα υπάρχει πια ολοκλήρωση για μένα

σε τίποτα μέσα σ’αυτή τη ζωή που αποτραβιέται αλλω-

στε από μένα κάθε μέρα, κεραυνοβόλα, μες στους

πόνους μιας παράλογης γέννας. Αποτρόπαιος τοκετός

φαντασμάτων.

 

Το χρόνο που περνούν οι άλλοι για να ζήσουν, εγώ

τον περνώ για ν΄ απογοητεύομαι.

 

Και σε λατρεύω. Έχω χαραγμένο το βλέμμα σου μες

στο μυαλό μου, πιο βαθύ κι από μαχαιριά.

 

Πρέπει να μου βρεις ηρωίνη με κάθε τρόπο και πρέπει

να σκοτωθείς να μου την φέρεις εδώ.-Να που

βρίσκονται τα πράγματα-

 

Μετ. Ελένη Μαχαίρα

πηγή: http://giorgosmixos.blogspot.com

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *