ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ – ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1978 – 2011

AGELIKI ELEYTHERIOU b204694 bgΑΓΓΕΛΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ – ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1978 – 2011

Εκδότης: ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ

Χρονολογία Έκδοσης: Οκτώβριος 2015

Αριθμός σελίδων: 240

Διαστάσεις: 22×14

Επιμέλεια: ΒΑΣΩ ΚΥΡΙΑΖΑΚΟΥ

ISBN13: 9789605764012

Παρουσίαση

Έφυγε η φιλενάδα μου και κλαίω

η φιλενάδα μου έμεινε εκεί που πήγε

δεν κλαίω πια

κάθε βράδυ πριν πέσω της γράφω γράμματα για μας εδώ

φιλενάδα της γράφω μας ξέχασες

δεν τα στέλνω

η φιλενάδα μου δεν ξέρει τίποτα για μας εδώ

θα σ’ τα διαβάσω μαζεμένα ένα βράδυ

ή ένα απόγευμα νωρίς και μάλλον θα ψιλοβρέχει

ύστερα θα φύγει πάλι ως το τέλος

σήμερα είδα το Θάνο με την κόρη του στο πάρκο

ίδιος μου ‘λεγε είναι

άρχισα να τρέχω για να τον προλάβω

κι όταν έφτασα τίποτα δε μου ‘ρχότανε να πω

γύρισα σαν χαζή κι έκατσα σ’ ένα παγκάκι άναψα και τσιγάρο

ύστερα ήρθε κι έκατσε κοντά ένας φαντάρος

έλυσε τα κορδόνια απ’ τις αρβύλες του

ξεκούμπωσε λίγο το μπουφάν του

κι εγώ φοβήθηκα μην τόνε δει κανένας και τον γράψει και

του το ‘πα

χάρηκε που του μίλησα κι αρχίσαμε να κουβεντιάζουμε

για το στρατό

και τέτοια

και τόνε κοίταζα

μη σου περάσει τίποτα απ’ το νου

όμως εγώ θυμόμουνα τον αδερφό μου το μεγάλο

όταν επήγα να τόνε δω πρώτη φορά στην Κόρινθο

με κείνα τα ψηλά τακούνια

κι έβρεχε και βουλιάζανε στη λάσπη

κι όταν τον είδα να ‘ρχεται από μακριά έκλαιγα και γελούσα

[…]

Περιεχόμενα

ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ [1978]

[Έφυγε η φιλενάδα μου και κλαίω]

[Ξαφνικά δεν ήθελε τίποτα]

[Το απόγεμα ήταν ζεστό]

[Ήρθε πάλι κι έκατσε…]

[Νύχτα έφευγε νύχτα γύριζε]

[Στον ύπνο της έβλεπε…]

[Δίπλα τρώνε]

[Θα ‘ρθεις μια μέρα…]

[Οι γάτες νιαουρίζουνε…]

[Δεν έμαθε τίποτα…]

[Η βαλίτσα έμενε στο διάδρομο…]

[Κι ύστερα τι]

[Ήτανε από τις φορές]

[Στο γυρισμό]

[Γύρισε]

ΩΔΙΝΕΣ [1982]

[Άνοιξε την ατζέντα της…]

[Κάτω απ’ το στρώμα μου]

[Άρχισε να βλέπει τηλεόραση τα βράδια]

[Όταν μ’ αποχαιρέτησες]

[Τρεις το πρωί]

[Δύσκολα φεύγουνε οι μέρες]

[Το πιο πολύ]

[Κάποτε θα ‘πρεπε…]

[Κι όπως το πρόβατο επί σφαγή]

[Είχανε μάθει πια]

[Και γίναν κατακόκκινα]

[Κι έσερνε η μάνα το παιδί της]

[Επεριμένανε να λιώσει το κερί]

[Είναι γερά τα δόντια σου]

[Τη νύχτα εκείνη πέθανε]

[Και να ‘ναι όλη σου η ζωή]

[Οι κινήσεις των χεριών της]

[Βρίσκουν τη θέση τους]

[Έλεγα τ’ όνομά σου]

[Το τελευταίο της τσιγάρο]

[Υγροί τοίχοι]

[Μια κλαίουσα ιτιά]

[Η μέρα]

[Ένα πλυντήριο ζητούσε]

[Στο μοναστήρι της Αγίας Βαρβάρας]

[Κουράστηκα]

[Δεν ήξερε να περιμένει]

Κλαδιά τρελά τα χέρια μου

[Θριαμβικοί και λυπημένοι]

[Δε θα ‘χει μείνει τίποτα]

[Αυτή η γυναίκα]

[Χάιδευε η τρέλα την υπομονή της]

[Δε σε ακούω πια]

[Την τελευταία φορά]

[Η στάθμη της νύχτας]

[Εγγονή Ευαγγελία]

[Με νανουρίζει το σαράκι]

[Τα σώματά σου]

[Νύχτα εκκλησιών απόψε]

[Αγριεύτηκα]

[Το σώμα της]

[Πίσω από μιαν αυλαία]

[Θα περίμενε το ‘ξερε]

[Όλη τη νύχτα]

[Την άλλη μέρα]

[Είναι αλήθεια σε περίμενα πιο πριν]

[Το βράδυ που σε περίμενα]

[Μέσα μου σιωπή και η εικόνα σου κομμάτια]

[Πονάω εκεί]

[Λέω τα λόγια σου]

[Τώρα ήταν αργά]

[Να βρέχει]

[Άλλοι όγκοι]

[Ψιλοβρέχει φωτιά]

[Η φωνή σου]

[Παίρνω τηλέφωνο]

[Δρόμος θα είναι η σκηνή]

[Όταν πια το ‘πε]

[Η άσπρη κόλλα είναι σάβανο]

[Σβήνω το φως]

ΑΠΟ ΤΟΤΕ [1996]

[Το ‘ξερες]

[Όταν μου τηλεφώνησες ύστερα από μέρες]

[Ας καθίσω στη σάλα μου – να σε σκεφτώ]

[Κάποτε]

[Όλα ήταν επάνω]

[Ο τελευταίος]

[Κατά το πέρασμά σου]

[Τους τραυμάτισες τους τοίχους του παλιού σπιτιού]

[Έρχεσαι και ξανάρχεσαι]

[Εφέτος δεν απόθεσαν]

[Εσύ δεν είχες αδερφό]

[Όλη τη νύχτα έκλαιγε ένα μωρό]

[Από τότε πέρασε καιρός]

[Φόρεσε όλα εκείνα τα μαντίλια]

[Στο όνειρο ήρθα να σε βρω]

[Τις έσβησα τις δαχτυλιές σου απ’ το μπάνιο]

[Στάθηκε προσοχή]

[Λάθος]

[Μια μέρα καλοκαίρι]

[Ένας άνθρωπος έχασε το δρόμο]

[Ζυγίζομαι μ’ ένα τσιγάρο αναμμένο]

[Να μαζέψω χώμα]

[Να θυμηθώ]

[Είμαι ο κάποιος που ανοίγει το παράθυρο]

[Όλο νομίζω πως κάπου]

[Και να βλέπω πάντα]

[Ένα παιδί που κοινωνάει]

[Με βρήκες]

[Περίμενα]

[Με τη σπατάλη επέζησε]

[Τέτοιες στιγμές]

[Θα ‘μενε στη φωτογραφία ενός τουρίστα]

[Όλοι σε νοιάζονται, θυμήσου]

[Την ώρα που τυχαία κοίταξα]

[Λίγες μέρες πριν αρρωστήσει ο πατέρας της]

[Αυτό ήταν;]

ΘΑ ΚΑΠΝΙΖΩ [2004]

[Ήθελες να τραβήξουμε φωτογραφίες]

[Δε σε ρώτησα]

[Θα καπνίζω]

[Τώρα που γύρω μου σωπαίνει η ζωή]

[Κάποιος]

[Θα ‘ρθω]

[Δεν μπήκα μέσα]

[Το παιδικό τραύμα]

[Τι τα θέλω]

[Αυτό το μαγαζί]

[Τα κλαρίνα κατέβηκαν στους δρόμους]

[Πότε θα παίξει]

[Η κυρία Χριστίνα]

[Οι ποιητές όταν δε γράφουν μαραζώνουν]

[Εμείς δεν ήμασταν ποτέ μαζί]

[Τώρα που σταμάτησες το κάπνισμα]

[Και ξαφνικά]

[Δεν το κατάλαβα]

[Τι ωραίος τάφος]

[Θα κάπνιζα για χρόνια ακόμα]

[Όταν μιλάω στο τηλέφωνο]

[Όταν η ηθοποιός]

[Το κάποτε]

[Θα φύγω σαν τις γάτες]

[Φοβάμαι]

[Τα δέντρα των δρόμων]

[Φοράω τα γυαλιά μου]

[Δεν έσβησα το φως]

[Κοίταζα τη θάλασσα]

[Και να ξανάβρισκες]

[Σε σκέφτομαι πάντα]

[Να ‘ταν]

[Σ’ εκείνο το σπίτι]

[Από την εγκατάλειψη]

[Τόσος αέρας]

ΜΙΑ ΑΔΕΙΑ ΘΕΣΗ [2011]

[Και να ‘ναι]

[Το ‘ξερες]

[Δεν θα ‘χει μείνει τίποτα]

[Όλη τη νύχτα έκλαιγε ένα μωρό]

[Δεν σε ακούω πια]

[Πίσω από μιαν αυλαία]

[Κάποτε]

[Ας μείνει έτσι]

[Το μικρό διαφημιστικό ημερολόγιο]

[Τη χίμαιρά μου]

[Σαν να ταξίδευα με πλοίο]

[Μέχρι εδώ]

[Τώρα το βλέπω]

[Από κάπου]

[Άνοιξε την πόρτα αδελφέ μου]

[Πάει καιρός]

[Εγώ τη θέση μου έψαχνα]

[Έκλεψαν την τσάντα μου]

[Ονειρεύτηκα]

[…]

Η Αγγελική Ελευθερίου, ηθοποιός και ποιήτρια, αδελφή του ποιητή και στιχουργού Μάνου Ελευθερίου, γεννήθηκε στην Ερμούπολη της Σύρου στις 25 Ιανουαρίου 1940. Έζησε δύσκολα παιδικά χρόνια λόγω του πολέμου. Φοίτησε στη Σχολή Θεάτρου Τέχνης του Κάρολου Κουν από όπου και αποφοίτησε τρία χρόνια αργότερα. Πολιτικοποιήθηκε μέσα από τα ποιήματα του Γιάννη Ρίτσου. Λίγο πριν τη Χούντα, γύρω στα είκοσι πέντε της χρόνια, έφυγε για το εξωτερικό, το Λονδίνο, κι έπειτα το Παρίσι. Στην Ελλάδα επέστρεψε την περίοδο της Μεταπολίτευσης. Το 1978 κυκλοφόρησε το πρώτο της ποιητικό βιβλίο «Μια γυναίκα» (εκδ. Κέδρος). Στίχους της μελοποίησαν ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Γιάννης Μαρκόπουλος, ο Ηλίας Ανδριόπουλος και άλλοι. Έφυγε από τη ζωή στα 75 της χρόνια, στις 23 Μαΐου 2015.

Η φωνή που μιλά στα ποιήματα είναι η φωνή μιας γυναίκας, που έχει βιώσει τις ωδίνες κυριολεκτικά και μεταφορικά. Μπορούμε να τη φανταστούμε αργά το απόγευμα, όταν παίρνει να σκοτεινιάζει, να αναθυμάται στιγμές από τότε, από το μακρινό ή κοντινό παρελθόν να μιλά σε μια άδεια θέση, σε κάποιον απόντα.

Γεννημένη στη Σύρα το 1940, γέννημα – θρέμμα μιας δύσκολης και σκληρής εποχής έχει κατανοήσει από μικρή τον αγώνα της επιβίωσης, τη δύσκολη μοίρα των γυναικών που αναλαμβάνουν την ευθύνη της οικογένειας και δεν έχουν την πολυτέλεια να αυτοπροσδιορίζονται με βάση τις δημιουργικές τους δεξιότητες και ανησυχίες. Από τη Σύρα στην Αθήνα, με το μικρόβιο της τέχνης να δουλεύει υπόγεια και δραστικά, γυρεύοντας τρόπους να φανερωθεί, οι αντιστάσεις των γονιών κάμπτονται, τελειώνει το σχολείο, σπουδάζει στο Θέατρο Τέχνης του Κουν με υποτροφία, αλλά οι άριστοι δεν έχουν πάντα την τύχη που τους αξίζει κι αυτό το μάθημα η Αγγελική το μαθαίνει καλά από νωρίς. Στη συνέχεια Λονδίνο, Παρίσι, δικτατορία έρωτας, γάμος, μητρότητα, επιστροφή στην Αθήνα με τον ερχομό της Μεταπολίτευσης. Οι δυσκολίες της επιβίωσης σε μια ανελέητη και επιτακτική καθημερινότητα γεννούν όλα αυτά τα χρόνια την ανάγκη της έκφρασης ως μηχανισμού αποσυμπίεσης, εκτόνωσης, η γραφή λειτουργεί ως φάρμακο, ως αντίδοτο. Έτσι γεννιούνται οι στίχοι των τραγουδιών και τα πρώτα της ποιήματα. Μιλά μια γυναίκα, σαν όλες τις άλλες, μια γυναίκα της διπλανής πόρτας και γυρεύει απ’ το λευκό χαρτί μιαν απόκριση, ένα ευήκοον ους, έναν συνομιλητή της καρδιάς της. Από το λευκό χαρτί που γεμίζει λέξεις ζητείται η αποδοχή του εαυτού και των άλλων, η μαγική δύναμη να ληφθούν αποφάσεις, να σπάσουν τα δεσμά που την κρατούν αιχμάλωτη σε ανοίκειους ρόλους. Τα αισθητικά της κριτήρια όμως είναι εκλεκτικά και αυστηρά, καθώς ο πήχης ήδη έχει ανέβει ψηλά, μια και στο στενό οικογενειακό περιβάλλον υπάρχουν δύο άντρες συγγραφείς, δύο ισχυρές προσωπικότητες, ο Μάνος Ελευθερίου με τα διηγήματα και τους στίχους του, τις πολλά υποσχόμενες συνεργασίες με το Θεοδωράκη, το Μούτση, το Μαρκόπουλο και ο τότε σύζυγός της Γιώργος Σκούρτης που από το ξεκίνημά του κιόλας, με το έργο Οι νταντάδες προκάλεσε αίσθηση στο χώρο του θεάτρου.

Η πρώτη ποιητική της συλλογή με τον τίτλο Μια γυναίκα (1978), τίτλο που μπορεί να λειτουργήσει πέρα από περιγραφικά κι ως σκληρό αυτοσαρκαστικό σχόλιο, περιέχει ποιήματα αφηγηματικά εν είδει ημερολογίου σε στίχους ή σαν ανεπίδοτα γράμματα στον ιδανικό αναγνώστη, στον εαυτό ή σε μια αγαπημένη φίλη, που όλα μαζί συνθέτουν μια ιστορία που πολλές γυναίκες αντικατοπτρίζονται σ’ αυτήν και νιώθουν ότι τις περιέχει και τις εκπροσωπεί. Η Ελευθερίου ξεκλειδώνει στο χαρτί τη σιωπή μιας γυναίκας, μιλά γι’ αυτά που τριβελίζουν τη σκέψη της, για τους λογισμούς και τις έγνοιες που ζωγραφίζουν τις ρυτίδες στο βλέμμα της, που αφαιρούν το σφρίγος και σπέρνουν τον πρώτο σπόρο της ασθένειας. Διαβάζουμε στίχους που καταγράφουν την αποξένωση, τη φθορά του έρωτα, την απαξίωση και την εγκατάλειψη. Μια γυναίκα που βασανίζεται ν’ αποδεχτεί το ζωντανό θάνατο του έρωτα, να διαχειριστεί τα αντιφατικά συναισθήματα που διαρκώς αναδύονται, το θυμό, τον πόθο, την απόγνωση, ενοχοποιώντας και υποβιβάζοντας ενίοτε τον εαυτό της, ενώ παράλληλα περιμένει, ανέχεται και αγωνίζεται να επιβιώσει. Θέματα καθημερινά, συνηθισμένα, ειπωμένα με λόγο απλό, γυμνό, χωρίς μελοδραματισμούς με αφοπλιστική ειλικρίνεια και αξιοπρέπεια. Λόγος αρθρωμένος με τόλμη και διακριτό ύφος, εξομολογητικός, ρεαλιστικός, άμεσος, όπως παράγεται στο εργαστήρι του μυαλού και της καρδιάς, χωρίς να κρύβεται μέσα σε σύμβολα και μύθους. Από αυτό το πρώτο βιβλίο της μέχρι το τελευταίο θα υπάρχει στους στίχους της, μια αντρική φιγούρα, ο αγαπημένος, ο αδελφός, ο φίλος, ο άντρας ως παρουσία, αλλά κυρίως ως απουσία θα κρατά πρωταγωνιστικό ρόλο σε πολλά ποιήματά της.

Τέσσαρα χρόνια αργότερα έρχεται το δεύτερο βιβλίο με τον τίτλο Ωδίνες (1982). Μοιάζει να συνεχίζει το προηγούμενο, μολονότι ο αφηγηματικός λόγος είναι πιο ελλειπτικός, πιο αφαιρετικός. Εδώ, συντελείται ένα εσωτερικό επώδυνο ξεκαθάρισμα, ένας απολογισμός που ονειρεύεται να φτάσει στην κάθαρση. Η αδικία πονά κι η εκδίκηση, αφενός δεν πραγματοποιείται, αφετέρου αδυνατεί να θεραπευτεί μέσω της συγχώρεσης κινδυνεύει να εσωτερικευτεί και να προκαλέσει αυτοτραυματισμό και αυτοτιμωρία. Οι ωδίνες της γέννας, της μνήμης, του απολογισμού.

Την εποχή που κυκλοφορεί το πρώτο της βιβλίο, την ίδια αυτή περίοδο, 78-82, ο Μίκης Θεοδωράκης επιλέγει στίχους της Αγγελικής Ελευθερίου για να γίνουν τραγούδια. Έτσι προκύπτουν οι Χαιρετισμοί το 1982 και η Φαίδρα το 1985. Οι στίχοι αυτοί έχουν έκδηλη ποιητικότητα, δραματικό βάθος, αυτονομία, εσωτερική δύναμη πηγάζουν από την ίδια ρίζα και κινούνται στην ίδια θεματική με τα ποιήματα αυτής της περιόδου.

Μετά από οχτάχρονη σιωπή, επανέρχεται η Αγγελική Ελευθερίου με το βιβλίο Αργά το απόγευμα (1990). Εδώ έχουμε κάποιες αξιοσημείωτες διαφορές από τα πρώτα βιβλία. Τα προσωπικά βιώματα που δίνουν την αφορμή των ποιημάτων αυτών φιλτράρονται πολύ προσεκτικά, το κατακάθι μένει στην άκρη κι εκείνο που ενδιαφέρει είναι το απόσταγμα του βιώματος. Ο λόγος πηγαίνει σε βαθύτερα στρώματα, κερδίζει σε πολυσημία και αποτελεσματικότητα. Το ποιητικό υποκείμενο χρησιμοποιεί το πρώτο και δεύτερο ρηματικό πρόσωπο, ενισχύοντας τη θεατρικότητα του λόγου. Τα ποιήματα της συλλογής μοιάζουν σκηνές ενός μονόλογου, όπου μια γυναίκα κάθε βράδυ αφηγείται θραύσματα ιστοριών, έτσι όπως αυτά έρχονται στη μνήμη της, συνομιλεί με όνειρα και με την ανάμνηση του έρωτα, καταδύεται στα βάθη της συνείδησης, έχοντας αποδεχτεί την τραγικότητα της ζωής και τη σκιά του θανάτου. Κύκλοι ζωής κλείνουν, τοπία κι άνθρωποι αλλοιώνονται, αλλάζουν και χάνονται.

Ακολουθεί η σειρά ποιημάτων με τίτλο Από τότε το 1996.Μια σειρά ποιημάτων απολογισμού και αναστοχασμού, μια προσέγγιση κριτική του μέχρι τώρα βίου. Το πέρασμα του χρόνου δείχνει εμφανώς τα ίχνη του, όνειρα παραμένουν ανεκπλήρωτα, οι νεκροί αγαπημένοι αυξάνονται. Τον πρώτο λόγο εδώ έχει η μνήμη. Η ποιήτρια επιστρέφει σε μνήμες παιδικές, ένδον σκάπτει και ανασύρει χαμένες ψηφίδες του χρόνου, αισθήσεις και αισθήματα από τότε θαμμένα που τώρα επιστρέφουν, εμπειρίες επώδυνες, έρωτες, αρρώστιες, γέννες και θάνατοι, μικρές λεπτομέρειες της καθημερινότητας, βλέμματα, αγγίγματα, ξαναγυρίζουν μέσω των στίχων και ανασυνθέτουν το δικό της πρόσωπο.

Οχτώ χρόνια αργότερα, το 2004, η Αγγελική Ελευθερίου επανέρχεται με ένα νέο βιβλίο με τον πρωτότυπο τίτλο Θα καπνίζω. Το τσιγάρο και ο καπνός πολλές φορές εμπλέκεται στους στίχους των ποιητών, αλλά αυτή τη φορά ονοματίζει μια ολόκληρη συλλογή. Τίτλος -δήλωση που παραπέμπει σε ένα πάθος, μια ανυπακοή, μια ελεύθερη επιλογή, αλλά και μια πρόκληση της μοίρας και του μοιραίου. Η Ελευθερίου συνεχίζει τη θεματική των δύο προηγούμενων συλλογών και υφολογικά ακολουθεί την ίδια γραμμή. Ελλειπτικές βιωματικές αφηγήσεις συμπυκνώνουν γεγονότα και αναμνήσεις και παραπέμπουν κρυπτογραφικά σε μια προσωπική ιστορία. Ήδη από το μότο της συλλογής, που περιέχει λόγια του χαμένου αδελφού της ποιήτριας, είναι εμφανές ότι ο θάνατος προσφιλών προσώπων και η αντιμετώπιση αυτής της απώλειας ανθρώπων αλλά και τόπων, πραγμάτων αλλά ακόμη και αυτών των νεανικών χρόνων θα έχουν ένα πρωταγωνιστικό ρόλο. Ο αιφνιδιασμός κι όλη η ανατροπή που φέρνει στη συνείδηση η απώλεια, η ματαίωση ονείρων και επιθυμιών αποτυπώνονται καίρια στους στίχους της Ελευθερίου, αποκαλύπτοντας έναν άνθρωπο με ισχυρό έως θανάτου πάθος για τη ζωή και την αγάπη, έναν άνθρωπο που μάχεται με τους ίσκιους του ιδανικού. Το τσιγάρο συντροφεύει την Ελευθερίου δια βίου στην καθημερινότητα και την ποίηση, έχει γίνει μια αντιπροσωπευτική εικόνα, ένα σταθερά επαναλαμβανόμενο μοτίβο που διατρέχει όλο της το έργο. Είναι συντροφιά, φάρμακο, ρολόι που μετράει τις στιγμές κι εδώ έχει κι ένα σχεδόν τελετουργικό ρόλο ∙ λειτουργεί ως σημείο επαφής, ως συνδετικό στοιχείο με το νεκρό αδελφό.

Η τελευταία συλλογή της Ελευθερίου εκδόθηκε το 2011 με τίτλο Μια άδεια θέση. Ίσως η πλέον υπαρξιακή συλλογή της Ελευθερίου, που συγκεντρώνει τους προβληματισμούς και τη γενικότερη στάση της απέναντι στη ζωή, το θάνατο και την τέχνη. Ένας απολογισμός ζωής μοιάζει να γίνεται εδώ, μια ανθρώπινη αναδρομή στο χρόνο, το χαμένο σπίτι, η μητέρα, η κρατημένη συγνώμη που ταλανίζει τις ψυχές, κι ακόμη η τραγική επίγνωση ότι η κλεψύδρα αδειάζει είναι φανερή και κινητοποιεί τη γραφή της να κάνει τα αναγκαία ξεκαθαρίσματα, αντιμέτωπη πλέον με το όριο, που καλεί για το πέρασμα σε μια άλλη κατάσταση.

Η νεανική χίμαιρα έχει σωματοποιηθεί, το αδικαίωτο εγώ δεν μάχεται, δεν διεκδικεί, γίνεται φιγούρα ονείρου και ξεκινά έναν απαρηγόρητο αποχαιρετισμό. Ζητά ένα ρόλο στην τελευταία παράσταση. Ο τίτλος του βιβλίου διατηρεί μια έκδηλη πολυσημία. Προσδοκία και απουσία. Η προσδοκία να βρεθεί επιτέλους για την ποιήτρια μια άδεια θέση σ’ αυτό το θέατρο της ζωής, αλλά κοντά στην πόρτα για να μπορεί, όποτε νιώσει πίεση να φύγει κι από την άλλη ο τίτλος σηματοδοτεί ήδη μια απουσία που ακολουθεί σαν σκιά την Ελευθερίου σε όλο το βίο της. Μια απουσία και την ίδια στιγμή μια προσμονή, η αίσθηση της απώλειας και η επιθυμία του θανάτου ως λύτρωση, ως η άδεια θέση που επιτέλους την περιμένει.

Η Αγγελική Ελευθερίου μπήκε στην περιπέτεια της γραφής απρογραμμάτιστα, υπακούοντας σε μια εσωτερική ανάγκη, χωρίς ιδιαίτερες φιλοδοξίες. Πολύ γρήγορα όμως η ποίηση έγινε ο δικός της χώρος, το σπίτι της, το οποίο φρόντισε με μεγάλη επιμέλεια. Η τελειομανία που τη χαρακτήριζε δεν της επέτρεψε ποτέ να καταφεύγει σε εύκολες λύσεις. Τα ποιήματά της έχουν την απλότητα, την αμεσότητα, την τόλμη και την ειλικρίνεια του ικανού και σοφού τεχνίτη, που, σμιλεύοντας υπομονετικά το υλικό του, μέσα από την τέχνη του, βρίσκει το δικό του παραμελημένο πρόσωπο. Ενίοτε αυτοσαρκάζεται κι ο λόγος της τότε γίνεται εξόχως δραστικός και ανελέητος. Από τους ομοτέχνους της επιλέγει να συνομιλεί με όσους αντιστρατεύονται τη λογική της αγοράς, τους αθόρυβους ποιητές της σκιάς.

Η ποίηση της Ελευθερίου πηγάζει μέσα από τη ζωή μιας γυναίκας παλαιάς κοπής που έχει αποδεχτεί τις αρετές του φύλου της, την αγάπη, τη σύνδεση, την προσφορά, την υπομονή, την ανθεκτικότητα και την ανιδιοτέλεια. Μια ποίηση βιωματική, γήινη, ουσιαστικά ερωτική, ζυμωμένη με χώμα και νερό, βγαλμένη μέσα από τις οριακές στιγμές του βίου: τον έρωτα και το θάνατο. Ποίηση ατμοσφαιρική, ποίηση του κλειστού εσωτερικού χώρου, της μνήμης και της απουσίας γραμμένη με λόγο καθημερινό, λιτό, που αποπειράται να εκφράσει την υπαρξιακή αγωνία μιας φωνής που γυρεύει απεγνωσμένα την επικοινωνία και τη συνάντηση με τον άλλο.

ΣΗΜ. Το κείμενο αυτό γράφηκε με αφορμή τη παρουσίαση της συγκεντρωτικής έκδοσης των ποιημάτων της Αγγελικής Ελευθερίου, το Σάββατο 9 Ιανουαρίου 2016, στο Poems & Crimes των εκδόσεων Γαβριηλίδης

https://whenpoetryspeaks.wordpress.com/2016/06/19/αγγελικη-ελευθεριου/

Πέθανε η ηθοποιός και ποιήτρια Αγγελική Ελευθερίου

24 Μαΐ 2015

Η ηθοποιός και ποιήτρια Αγγελική Ελευθερίου, αδελφή του ποιητή και στιχουργού Μάνου Ελευθερίου, έφυγε από τη ζωή, σε ηλικία 75 ετών.

Γεννήθηκε στις 25 Ιανουαρίου 1940 στην Ερμούπολη της Σύρου. Στην Αθήνα σπούδασε για τρία χρόνια και αποφοίτησε από τη Σχολή Θεάτρου Τέχνης του Κάρολου Κουν.

Πολιτικοποιήθηκε μέσα από τα ποιήματα του Γιάννη Ρίτσου. Γύρω στα είκοσι πέντε της χρόνια έφυγε για το Λονδίνο, λίγο πριν τη χούντα. Έπειτα έζησε στο Παρίσι. Και επέστρεψε στην Ελλάδα με την έλευση της Μεταπολίτευσης. Δεν έπαψε ποτέ ν’ ασχολείται με το θέατρο.

Εξέδωσε τις ποιητικές συλλογές: «Μια γυναίκα» (Κέδρος 1978), «Ωδίνες» (Κέδρος 1983), «Αργά τ’ απόγευμα» (Καστανιώτης 1990), «Από τότε» (Πλανόδιον 1995), «Θα καπνίζω» (Γαβριηλίδης 2004), «Μια άδεια θέση» (Γαβριηλίδης 2011).

Είχε επίσης εκδώσει παιδικές ιστορίες υπό τον τίτλο «Όταν μιλώ με τα παιχνίδια μου» (Γνώση 1983). Στίχους της μελοποίησαν οι Μίκης Θεοδωράκης, Γιάννης Μαρκόπουλος, Ηλίας Ανδριόπουλος κ.ά.

http://www.naftemporiki.gr/story/956341/pethane-i-ithopoios-kai-poiitria-aggeliki-eleutheriou

 

Αγγελική Ελευθερίου – «Μια άδεια θέση»

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ:  26/10/2011

Μία δοκιμή κριτικής

«Ζήτησα μια θέση / στην πίσω πίσω σειρά / Ποιος ζητάει αυτή τη σειρά /Στην άκρη μάλιστα / Για να’ χω ελευθερία». Πήρα να διαβάζω την καινούργια ποιητική συλλογή της Αγγελικής Ελευθερίου. Η περιδιάβαση στις σελίδες της συλλογής μου έδωσε τη θαυμάσια ευκαιρία ν’ ανακαλύψω μια εκλεκτή παρουσία στα ελληνικά γράμματα και να λάβω, ως εκκολαπτόμενος ποιητής, ένα μάθημα αληθινής ευαισθησίας και δυνατής ποιητικής γραφής. Εδώ, το συναίσθημα μεταγγίζεται σε όλα τα ποιήματα, χωρίς ωστόσο να θολώνει την ποιητική ουσία, χωρίς να αναγκάζει τα μηνύματα να ασφυκτιούν και να καταποντίζονται μέσα σε μία απέραντη φλυαρία ασύνδετων εικόνων.

Ο λόγος είναι την ίδια στιγμή αισθαντικός και ρεαλιστικά τραγικός. Πίσω από πολλούς στίχους κρύβεται η επίγνωση του αναμενόμενου τέλους, απαλλαγμένη όμως από μελοδραματισμούς και υπερβολές. Στο ποίημα «Κάποτε θα παρακαλέσω» ένα παιχνίδι ικεσίας για την ανάληψη ενός ρόλου σ’ έναν πλανόδιο θίασο μετατρέπεται σε μία μεταφυσική παράκληση για έναν αξιοπρεπή θάνατο. Ο καβαφικός «αόρατος θίασος» αποκτά εδώ άλλες προεκτάσεις, γίνεται σύμβολο μιας ήσυχης, σχεδόν αθέατης, παρουσίας πάνω στη σκηνή της ζωής, μιας παρουσίας που δεν έχει να επιδείξει διαπιστευτήρια και άλλα τέτοια ευτελή [Θα μου ζητήσει άδεια / Και προϋπηρεσία / Και συστάσεις / Δεν έχω τίποτα / Ο αόρατος θίασος /Που αφιέρωσα τη ζωή μου / Δεν είχε τέτοια πράγματα].

Άλλοτε πάλι ο θάνατος αναδύεται ως μία μικρή καθημερινή συνήθεια, όπως το τέλος στις σελίδες ενός ημερολογίου [Το μικρό διαφημιστικό ημερολόγιο / Τελειώνει /Λίγες οι μέρες που του μένουν] ή όπως ο ήχος του ασθενοφόρου «με τα περιστρεφόμενα τρομακτικά του φώτα» ή όπως το φόρεμα νεκρής γυναίκας που αποκτά για λίγο ζωή στο σώμα μιας άλλης και γίνεται αφορμή για μια αντίστροφη μέτρηση προς την ίδια κατάληξη [ΑΥΤΟ το φόρεμα / Ήταν / Νεκρής από χρόνια / Αγαπημένης γυναίκας / Ένας αέρας / Τώρα το φοράω εγώ / Κάθε χειμώνα / Περιμένω τον Αύγουστο / Κάθε Αύγουστο / Μετρώ τα καλοκαίρια της / Και τα δικά μου ]. Ωστόσο [ κι αυτό έρχεται ως ανατροπή ] ,η ποιήτρια αισθάνεται όμορφα με την ηλικία της , την περιμένει ως μία λυτρωτική συνάντηση με τον αληθινό της εαυτό , ως μία ευκαιρία να ερμηνεύσει το σώμα της [Τώρα το βλέπω / Αυτήν την ηλικία γύρευα /Για να μπορώ να τριγυρνώ / Σε μέρη θλιβερά που αγαπάω]

Ποίηση δε σημαίνει το να κυνηγάς απλώς λέξεις και να τις παραθέτεις σε περίεργους συνδυασμούς που ικανοποιούν πρόσκαιρα την επιφάνεια της ψυχής, αλλά αφήνουν κενό το βάθος της.

Αυτό φαίνεται να το κατανοεί απόλυτα η Αγγελική Ελευθερίου και να το αποφεύγει. Ποίηση σημαίνει το να αναγκάζεις τις λέξεις να συνυπάρξουν με το βάρος τους ή και με την ελαφρότητά τους μέσα σ’ εμπειρίες που πείθουν για την ειλικρίνειά τους και ταυτόχρονα ανεβάζουν πάνω στα χείλη ένα μικρό «αχ!!».

Ποίηση είναι η απλούστερη φράση που κατορθώνει να μετατρέψει το προσωπικό βίωμα σε καθολική στιγμή, ικανή να προσπεράσει τα σύνορα του δωματίου και του μυαλού του ποιητή, και να διεισδύσει στο τώρα και στο μετά.

Τα ποιήματα της συλλογής προδίδουν μια τέτοια ακριβώς στάση. Μια στάση ευθύνης απέναντι στο έργο του αληθινού ποιητή, ο οποίος δεν αγωνίζεται να εντυπωσιάσει, προκειμένου να ικανοποιήσει την εγωπάθειά του, αλλά αφήνει τα ποιήματα να δράσουν καταλυτικά από μόνα τους.

Το λέω και το εννοώ: η γνήσια τέχνη βρίσκει πάντα τον τρόπο της να βγει στην επιφάνεια και να λάμψει. Ακόμη κι αν πρόσκαιρα δεν της δίνεται το δικαίωμα να προβληθεί. Επιστρέφοντας στα ποιήματα της συλλογής, αξίζει να παρατηρήσει κανείς την απουσία τίτλων, πράγμα που εγώ το ερμηνεύω ως επιλογή της ποιήτριας να αφήσει τους στίχους να απλωθούν με το δικό τους τρόπο στη συνείδηση του αναγνώστη, χωρίς να του δίνουν την εύκολη λύση να οριοθετήσει τα γραφόμενα και να κατευθύνει τη σκέψη του προς ένα συγκεκριμένο σημείο. Κατά κάποιο τρόπο, η ποιήτρια καλεί τον αναγνώστη να γίνει συμμέτοχος, να βάλει το δικό του τίτλο και να συμπληρώσει την εμπειρία της ανάγνωσης .

Ένα επιπλέον χαρακτηριστικό είναι η συχνή παρουσία ενός «Εσύ», μιας ανάγκης για επικοινωνία ή μιας κουβέντας με τον εαυτό της, που πάντοτε χαρακτηρίζεται από μία δραματική ένταση κι από ένα είδος ματαίωσης. Αυτή η αίσθηση της ματαίωσης στοιχειώνει πολλά από τα ποιήματα. Στο « Και να ΄ ναι …; …;» η ζωή παρουσιάζεται ακινητοποιημένη σε δύο φωτογραφίες, μία που τραβήχτηκε κι άλλη μία που ματαιώθηκε. Η συναισθηματική φόρτιση κορυφώνεται στη δεύτερη, στην ανεκπλήρωτη αποκρυστάλλωση μιας καίριας στιγμής.

Στο «Τη χίμαιρά μου …;» , η χίμαιρα που βρίσκεται μέσα στο χώμα , σε ένα απομεινάρι του παρελθόντος, χάνεται εύκολα μπροστά στη φλυαρία της καθημερινής συναναστροφής με τους πολλούς. Μένει ωστόσο ως εσωτερική δόνηση που ταρακουνάει χωρίς οίκτο την ύπαρξη της ποιήτριας [ Μέσα στα χρόνια – Τελευταία όλο και πιο συχνά / αισθάνομαι έναν απόηχο βαθύ / Παντού / Μέσα στο σώμα μου /Στο πρόσωπο / Που με χτυπάει /Αλύπητα]. Στο «Πάει καιρός …;..» η επιθυμία να δώσει κανείς κάτι από τον κόσμο του ματαιώνεται και με τον καιρό εκπίπτει σχεδόν σε ικεσία να λάβει αυτό που ήταν έτοιμος να δώσει. Στο ίδιο ποίημα, που μοιάζει με παιδικό παραμύθι για μεγάλους, ο λόγος αποκτά μια μοναδική τρυφερότητα και πραγματικά συγκινεί με την απλότητα της αλήθειας του.

Συχνά πάλι η ποιήτρια γνωρίζει πως το ταξίδι είναι μάταιο, γνωρίζει εκ των προτέρων πως θα επιστρέψει στην ίδια θέση. Επιμένει όμως να βλέπει το σκηνικό που ξετυλίγεται μπροστά της με καινούργια μάτια, με καινούργια δίψα, όπως μπροστά σε μια καινούργια πόλη. Και είναι ακριβώς αυτή η θέληση για αποδόμηση του οριστικού, του καθιερωμένου, του συνηθισμένου και η παλινόρθωση του πρωτόγνωρου που δίνουν το στίγμα της φιλοσοφίας της. [ Το ΄ ξερες / Μήπως δεν το ΄ ξερες / Κι ας είχες ξεκινήσει /Κι ας προχώρησες / Γύρισες πίσω / Με μια χάρη / Με μιαν ευλυγισία ναρκωμένη / Και κάθισες στην ίδια θέση / Σαν και πριν / Κάθισες έτσι / Όπως μπροστά σε μια καινούργια πόλη / Που φτάνεις με καράβι / Ξημέρωμα Γενάρη]. Και την ίδια στιγμή πολλά αλλάζουν και τραβούν τις αισθήσεις σε αβέβαιους δρόμους αλλά το πιο βαθύ μέρος της ψυχής αντιστέκεται κι επιμένει να κρατάει σφιχτά τους εφιάλτες του [Η κλίση σου /Τράβηξε άλλους δρόμους / Μα κάτι ελάχιστο / Και σκοτεινό / Στους ίσκιους των ματιών σου/ Που μόνο εσύ εγνώριζες / Κάτι σαν βαθύ νερό / Κάτι που έμοιαζε / Σαν να πεθαίνει κάποιος / Και να μην έχει / Συγχωρέσει].

Διαβάζοντας τα ποιήματα προσεκτικά, διαπιστώνει κανείς ακόμη ότι πολλά από αυτά στέκονται θαυμάσια ως μικρά μονόπρακτα για ένα ρόλο. Υπάρχει διάχυτη μια εντύπωση θεατρικότητας και οι στίχοι θα μπορούσαν θαυμάσια να σταθούν ως επεισόδια ενός υπαρξιακού δράματος με ειρωνικές κάποτε προεκτάσεις. Δεν ξέρω αν η ποιήτρια έχει ασχοληθεί με το θέατρο, αλλά συχνά μέσα από τα ποιήματά της βλέπει τον εαυτό της ως ηθοποιό που άλλοτε εκλιπαρεί για ένα ρόλο [Κάποτε / Θα παρακαλέσω – όπως δεν παρακάλεσα ποτέ – Θα πέσω στα γόνατα κάποιου θεατρώνη/ Με βαμμένα μαλλιά / Να με πάρει κι εμένα / Στον πλανόδιο θίασό του], άλλοτε στέκεται τρέμοντας πίσω από μιαν αυλαία [ Πίσω από μιαν αυλαία / Σκοτεινή στάθηκα / Τρέμοντας ], άλλοτε χάνει το βλέμμα της στη σκηνή [Το βλέμμα μου περιπλανιέται στο βάθος / Στην αχανή σκηνή / Με μια κουρτίνα μισοτραβηγμένη / Και πίσω σκιές ], άλλοτε θυμάται τα λόγια «μιας ηρωίδας πλανόδιου θιάσου».

Αρκετές φορές πάλι δημιουργεί ένα ατμοσφαιρικό, σχεδόν κινηματογραφικό, υπόβαθρο, μέσα στο οποίο περιπλανιούνται δεμένα μαζί το τραγικό και το ανθρώπινο. [Ονειρεύτηκα / Την πόλη των παιδικών μου χρόνων/ Ήτανε άδεια / Όλα τα σκέπαζε η σιωπή – Μ’ αγριεύουν οι ήσυχες μέρες / Ούτε ένας άνθρωπος στους δρόμους / Που μοιάζανε πουλιά σταματημένα στον αέρα/ Τα σπίτια ανοιχτά και μόνα] – [Από κάπου / Ερχόταν μια μουσική / Κάποιος έπαιζε πιάνο / Μια μηχανή / Κρυμμένη στα ερείπια /Φωτογράφισε δύο μικρά παιδιά /Καθισμένα κατάχαμα / Που άκουγαν σαστισμένα]. Θα ήταν δε παράλειψη από μέρους μου να μην αναφερθώ και σε ένα μεγαλειώδες ποίημα ,ίσως το αριστούργημα αυτής της συλλογής, κατά την άποψη του γράφοντα .

Το «Μέχρι εδώ …;..» είναι ένα αποκαλυπτικό σχόλιο για τα όρια που τίθενται στη ζωή μας, για το πως τα ερμηνεύουμε με λανθασμένο τρόπο, αδυνατώντας να συλλάβουμε την ουσία της ύπαρξής τους ή και αγνοώντας τα εσκεμμένα.

Αυτά όμως είναι πάντα εκεί κι όταν συνειδητοποιούμε την ύπαρξή τους τα περνάμε για τείχη κι οδηγούμαστε εύκολα σε αποκλεισμούς και αφορισμούς, ενώ είναι απλώς πόρτες που μας καλούν να μεταβούμε σε ένα επόμενο στάδιο

[Παραθέτω το ποίημα αυτούσιο πιο κάτω] Συνοψίζοντας, η ποίηση της Αγγελικής Ελευθερίου είναι βαθιά ανθρώπινη. Έχει την καθαρότητα και την ευαισθησία της φωνής του Νικηφόρου Βρεττάκου και πινελιές από τον υπαρξιακό στοχασμό της Σιμπόρσκα. Έχει πάνω απ’ όλα έναν λόγο καθαρό και ισορροπημένο ανάμεσα στο λυγμό και στη γαλήνη. Και βλέπει την ποίηση με τον τρόπο που γράφει ο Νερούντα στους ακόλουθους στίχους «Διάβασα …;. τόσους στίχους προς τιμήν της Πρωτομαγιάς/που δεν γράφω από τότε παρά για τις δυό του Μαγιού»

Η συλλογή «Μια άδεια θέση» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης.

Μέχρι εδώ Μέχρι εκεί Όχι πιο πέρα Υπάρχει μια γραμμή Δε φαίνεται Την είχες δει απ’ την αρχή Την ξέχασες Αυτή πάντα εκεί Είναι όριο Δεν είναι ορίζοντας Να πηγαίνεις να πηγαίνεις Περίμενα πολύ Σας περίμενα Καλοί μου φίλοι Άγνωστοι άνθρωποι Κοιτάζω πίσω ξανά και ξανά Κανένα νεύμα Είχα απλώσει τα χέρια Ν ‘αγκαλιάσω Πήρα μαζί μου και νερό Το είχε πει ο ποιητής Περάσατε το όριο για τείχος Μα πόρτες ήταν Που ανοιγόκλειναν

Κώστας Τσιαχρής

http://www.tovima.gr/opinions/useropinions/article/?aid=427100

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *